ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

    

Να σου πω μια ιστορία;   


    Ένα γεγονός που με σημάδεψε στην μαθητική μου ζωή, στο Δημοτικό, ήταν η λιποθυμία ενός συμμαθητή μου. 

    Όλα ξεκίνησαν στη διάρκεια του διαλείμματος. Ενώ παίζαμε ανέμελα, ξαφνικά μια μπάλα ποδοσφαίρου χτύπησε το κεφάλι του συμμαθητή μου. Τότε εκείνος έπεσε κάτω κι έχασε τις αισθήσεις του. Ενώ ο διευθυντής καλούσε το ασθενοφόρο, οι υπόλοιποι δάσκαλοι προσπαθούσαν να τον επαναφέρουν. Εκείνη τη στιγμή όλοι “παγώσαμε” και ανάμεικτα συναισθήματα κυριαρχούσαν στις ψυχές μας. Πρώτη μου φορά ένιωσα το αίσθημα του τρόμου και της στενοχώριας ταυτόχρονα, γιατί από τη μία έβλεπα τον συμμαθητή μου να βρίσκεται σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση και από την άλλη δεν είχα τις απαραίτητες γνώσεις, για να τον βοηθήσω. Παρόλα αυτά, το ασθενοφόρο ήρθε εγκαίρως και παρέλαβε τον συμμαθητή μου, που είχε αρχίσει εντωμεταξύ να συνέρχεται.

    Αυτό το πρωτόγνωρο συμβάν θα μου μείνει αξέχαστο, διότι ένιωσα διαφορετικά συναισθήματα να διαπερνούν την ψυχή μου ταυτόχρονα.

Π. Κ. 


    Ήταν Σάββατο, 23 Μαρτίου του 2019. Τότε γινόμουν δέκα ετών.

    Τόσες μέρες ανυπομονούσα να έρθει αυτή η μέρα, γιατί επιτέλους θα είχα διψήφιο αριθμό στα χρόνια μου σε αυτή τη ζωή. Από την αρχή του μήνα μέχρι και τρεις μέρες πριν το Σάββατο, σκεφτόμουν τι να κάνω: ποιους φίλους μου να καλέσω, πού θα γίνει το πάρτι, τον στολισμό του, την τούρτα και άλλα διάφορα πράγματα. Στις 21 Μαρτίου είχα ανακοινώσει στους γονείς μου τι ήθελα και αυτοί ξεκίνησαν την προετοιμασία, αν και αργά. Εκείνη την ημέρα όμως είχα φύγει με βήχα από το σχολείο και δεν ήξερα καν αν θα γίνονταν το πάρτι. Εγώ φανταζόμουν πως την επόμενη μέρα θα ήμουν μια χαρά και ότι είχα κολλήσει απλά έναν βήχα. Δυστυχώς για μένα, όμως, δεν ήταν ένας απλός βήχας. Μετά από λίγες ώρες εξελίχθηκε σε πυρετό (έως και 40) και σε μπούκωμα.

    Το αποτέλεσμα ήταν να ακυρωθούν όλα όσα είχαμε προγραμματίσει και να γιορτάσω τα γενέθλιά μου σπίτι μου άρρωστος με την οικογένεια μου, αν και πάλι περάσαμε όμορφα εκείνη την μέρα. Απλά το να προγραμματίζεις κάτι και να ακυρώνεται την τελευταία στιγμή, είναι δυσάρεστο.

 Α. Γ. 


Πέρσι στην Α' γυμνασίου, μία μέρα του καλοκαιριού, λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία, είχε χαλάσει το air condition της τάξης και ένας συμμαθητής μου αποφάσισε να έρθει με το μαγιό και τις παντόφλες. Γελάσαμε αρκετά! Ωστόσο, λόγω της πολλής ζέστης, όλο και περισσότεροι συμμαθητές έβαζαν τα ρούχα της παραλίας και έρχονταν στην τάξη. Σαν να μην έφτανε αυτό, στο τέλος της εβδομάδας στο κέντρο της τάξης βρέθηκε μια παιδική πισίνα με νερό, με αποτέλεσμα να ζήσουμε την πιο αξέχαστη σχολική χρονιά.

Ι. Μ. 


Πριν λίγες εβδομάδες στο σχολείο μας ανακοινώθηκε πως θα πάμε τριήμερη εκδρομή στα Γιάννενα. Όλοι ήμασταν κατενθουσιασμένοι και ανυπομονούσαμε να έρθει εκείνη η ημέρα. Όμως, τελικά, για εμένα, η μέρα που όλοι περίμεναν δεν ήρθε ποτέ. Ένας σοβαρός και αναπάντεχος τραυματισμός μου στο πόδι ήταν αρκετός, για να μην μπορέσω να πάω. Αυτό ήταν ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός για μένα, καθώς, μου στοίχισε την ευκαιρία να δω από κοντά τα Γιάννενα, να δεθώ περισσότερο με τους συμμαθητές μου και να ξεφύγω από την δύσκολη και κουραστική καθημερινότητά μου. 

Ε.Γ.


Την προηγούμενη εβδομάδα, καθώς γυρνούσα από την προπόνηση, ήμουν αυτόπτης μάρτυρας σε ένα περιστατικό που με προβλημάτισε πολύ.

    Ξαφνικά, πάνω στον κεντρικό δρόμο άκουσα κάποιον να κορνάρει επίμονα. Ένα αυτοκίνητο είχε διπλοπαρκάρει και είχε κλείσει το ένα ρεύμα του δρόμου με αποτέλεσμα να έχει δημιουργήσει κυκλοφοριακή συμφόρηση. Ο άνθρωπος που κόρναρε ήταν πολύ εκνευρισμένος και  όταν είδε τον οδηγό του παρκαρισμένου αυτοκινήτου να επιστρέφει κρατώντας σακούλες του σούπερ μάρκετ όρμησε πάνω του απειλητικά.

    Πιάστηκαν στα χέρια και τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί πολύ άσχημα αν δεν έτρεχε να τους χωρίσει ο ιδιοκτήτης ενός γειτονικού φαρμακείου. Οι δυο οδηγοί είχαν μικροτραυματισμούς, κάλεσαν την αστυνομία και έκαναν μηνύσεις ο ένας στον άλλον.

 Αυτό το περιστατικό με στεναχώρησε πολύ. Κατά τη γνώμη μου και οι δυο οδηγοί είχαν άδικο: ο ένας, γιατί παρεμπόδιζε την κυκλοφορία, και ο άλλος, γιατί με τη συμπεριφορά του έχασε το δίκιο του.

Σ. Α.


Μια ηλιόλουστη μέρα, πήραμε την απόφαση να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας για τους Αγίους Σαράντα στην Αλβανία. Είχαμε κερδίσει εισιτήρια. Μαζί με τους φίλους μας, περάσαμε από μια πολύ δύσκολη διαδρομή. Συγκεκριμένα, στην αρχή, η διαδρομή ήταν βατή, αλλά ύστερα από έξι ώρες ταξιδιού, η διαδρομή άρχισε να γίνεται όλο και πιο δύσκολη, χωρίς σπίτια, δίπλα σε γκρεμούς. Ήμασταν μόνοι μας στον δρόμο, σε ένα άγνωστο μέρος και κάναμε συνεχώς κύκλους, καθώς το GPS δεν είχε σωστά χαρτογραφημένο εκείνον τον δρόμο. Τελικά, μετά από περίπου δύο ώρες, καταφέραμε να έρθουμε σε επαφή με ανθρώπους από έναν κοντινό οικισμό και, έτσι, βρήκαμε το ξενοδοχείο όπου θα μέναμε.

    Όταν βρήκαμε το ξενοδοχείο, συναντήσαμε πολλά προβλήματα. Αρχικά, ο ιδιοκτήτης δεν μιλούσε ούτε Ελληνικά ούτε Αγγλικά. Συνεπώς, αναγκαστήκαμε να επικοινωνήσουμε με τη γλώσσα του σώματος. Επειδή δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον, χρησιμοποιήσαμε μια εφαρμογή μετάφρασης και αμέσως συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε πέσει σε παγίδα. Τα δεδομένα δηλαδή που έδινε το site για το ξενοδοχείο δεν ήταν αληθή, αφού έλεγε ότι θα υπάρχουν ξαπλώστρες μόνο για εμάς, πράγμα που, τελικά, δεν ίσχυε. Οι ξαπλώστρες ήταν γεμάτες και δεν μπορέσαμε καν να κάνουμε μπάνιο. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο δωμάτιο, αλλά και εκεί υπήρξε ένα καινούργιο πρόβλημα. Τα δωμάτια δεν ήταν όπως στις φωτογραφίες, ούτε ως προς το μέγεθος ούτε ως προς την καθαριότητα. Αφού, λοιπόν,  ζητήσαμε να μας τα καθαρίσουν, αποφασίσαμε να πάμε για ύπνο.

    Την επόμενη μέρα, ο ξενοδόχος προσφέρθηκε να μας παραχωρήσει δύο επιπλέον μέρες στο συγκεκριμένο κατάλυμα δωρεάν και το δεχτήκαμε, ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Έτσι νομίζαμε τουλάχιστον! Πήγαμε στη θάλασσα και αυτή την φορά βρήκαμε ξαπλώστρες, αλλά και εκεί συναντήσαμε άλλα προβλήματα. Στο διπλανό τραπέζι ήταν δύο άτομα, τα οποία είχαν δύο ξυλάκια στα χέρια τους και προσπαθούσαν να πιάσουν διάφορα έντομα που πετούσαν. Όταν ο ένας έπιασε κάτι, το έφαγε. Τρομάξαμε, γιατί νομίζαμε, ότι πρέπει να φάμε και εμείς αντίστοιχα φαγητά, μα αυτοί προέρχονταν από την Κίνα και συνήθιζαν στην κουλτούρα τους να τρώνε ζωντανά έντομα. Ωστόσο, το φαγητό εκεί δεν μου άρεσε καθόλου και αναγκάστηκα να μείνω σχεδόν νηστική για τρεις μέρες. Σκέφτηκα ότι τα έντομα που έφαγαν οι Κινέζοι στην παραλία μπορεί και να ήταν πιο νόστιμα από ό,τι περίμενα.

Τελικά, αυτό το ταξίδι, μου άφησε αρνητικές εμπειρίες, καθώς συναντούσαμε πολλά προβλήματα καθημερινά.  Ωστόσο, το συγκεκριμένο περιστατικό σίγουρα θα μου μείνει αξέχαστο. 

Ι. Μ.


Κατά την διάρκεια των καλοκαιρινών μας διακοπών, συνέβησαν διάφορα ευτράπελα γεγονότα, αλλά το πιο αστείο και κουραστικό ταυτόχρονα ήταν το εξής. 

Πριν λίγες μέρες είχαμε ακούσει για ένα πάρα πολύ ωραίο εστιατόριο, με νόστιμα φαγητά αλλά και με ξεχωριστή θέα. Έτσι, αποφασίσαμε να πάμε εκεί, για να φάμε και να απολαύσουμε το τοπίο.

Όμως καθώς ήμασταν ξένοι σε εκείνη την περιοχή, δεν ξέραμε πού ακριβώς βρισκόταν και αναγκαστήκαμε να ρωτήσουμε. Για κακή μας τύχη, οι πληροφορίες που μας έδωσαν δεν ήταν ακριβείς, αυτό όμως το καταλάβαμε μετά από πολλή ώρα, όταν πια είχαμε χαθεί, κάνοντας κύκλους. Ξαφνικά, η αδερφή μου βλέπει ένα πολύ όμορφο εστιατόριο με καταπληκτικό κήπο. Τότε, όταν γυρίσαμε να το δούμε και διαβάζοντας το όνομα του εστιατορίου, καταλάβαμε ότι ήταν αυτό που ψάχναμε τόση ώρα, ενώ ήταν μπροστά μας από την αρχή.  

Ε. Γ.


Μία φορά είχα πάει με τους φίλους μου έξω βόλτα και όλα ήταν μια χαρά, μέχρι που έγινε κάτι το οποίο μας αναστάτωσε και χάλασε την διάθεση όλων μας.

Ενώ περπατούσαμε, έρχεται μια παρέα παιδιών προς εμάς με κακίες διαθέσεις. Άρχισαν να κοροϊδεύουν  έναν φίλο μου για τα ρούχα που φορούσε. Τα ρούχα του ήταν από την ομάδα ΑΡΗΣ και τα άλλα παιδιά ήταν από την ομάδα ΠΑΟΚ. Εμείς, οι υπόλοιποι της παρέας, αντιδράσαμε, γιατί το παιδι φάνηκε ότι στεναχωρήθηκε. Τους είπαμε να φύγουν και να το αφήσουν να λήξει εκεί το θέμα. Αυτοί επέλεξαν να ξεκινήσουν φασαρία. 

Εμείς ήμασταν τρεις και αυτοί ήταν πέντε. Ανταλλάξαμε λόγια σε έντονο ύφος  και λίγο έλειψε να γίνει καβγάς, ενώ το μέρος όπου βρισκόμασταν ήταν το κέντρο.Τα παιδιά δεν σταματούσαν, μα ευτυχώς το αντιλήφθηκαν κάποιοι άνθρωποι και άρχισαν να τους φωνάζουν. Με λίγα λογία βρεθήκαμε μαλωμένοι και στεναχωρημένοι. 

Μέσα από αυτήν την ιστορία θα ήθελα να περάσω ένα μήνυμα για τον οπαδικό εκφοβισμό: Κάποιες φορές πρέπει απλά να φεύγεις και να μην δίνεις σημασία, διότι μετά γίνονται αυτά τα βίαια γεγονότα και είναι κρίμα και για τις δυο πλευρές. Είναι εντάξει να υποστηρίζεις μια ομάδα, αλλά δεν χρειάζεται να παρεκτρέπεσαι...

Κ. Κ.  




Όλα ξεκίνησαν, όταν κλείσαμε αυτά τα πολυτελή δωμάτια σε ένα πολύ όμορφο ξενοδοχείο στη Σαντορίνη. Στην αρχή, μας φάνηκε περίεργο, που ήταν τόσο φτηνά τα δωμάτια, ενώ ήταν τόσο πολυτελή και προσεγμένα. Όλα αυτά φάνηκαν πολύ δελεαστικά και αποφασίσαμε να κλείσουμε ένα δίκλινο δωμάτιο με θέα στο ηφαίστειο και με δωρεάν πρωινό. Πράγματι, από τις φωτογραφίες φαινόταν υπέροχο. 

Θα έπρεπε να είμαστε εκεί σε μια εβδομάδα ακριβώς μέχρι τις δύο το μεσημέρι, αλλιώς το δωμάτιο θα το έπαιρναν άλλοι. Αρχίσαμε να κάνουμε τις τελευταίες μας δουλειές και να ετοιμαζόμαστε για το ταξίδι μας. Θα πηγαίναμε οδικώς μια μέρα πριν στην Αθήνα και μετά στο λιμάνι του Πειραιά, για να πάμε με το πλοίο στη Σαντορίνη. 

Το ταξίδι μας ξεκίνησε και όλα πήγαιναν τέλεια. Φτάσαμε στην Αθήνα και μετά στη Σαντορίνη. Το μόνο που συνέβη ήταν μια μικρή καθυστέρηση του πλοίου, όμως και πάλι φτάσαμε πιο νωρίς από τις δύο.

Πήγαμε στο ξενοδοχείο. Και τι αντικρίσαμε; Το ξενοδοχείο που βλέπαμε δεν είχε καμία σχέση με αυτό για το οποίο είχαμε κάνει κράτηση. Σοκαριστήκαμε και ψάξαμε να βρούμε αν ήταν όντως αυτό το ξενοδοχείο ή είχαμε κάνει κάποιο λάθος, όμως όχι, ήταν όντως αυτό. Ρωτήσαμε και τον κόσμο που έμενε εκεί και μας είπαν πως μάλλον έχουμε πέσει θύματα απάτης και τότε καταλάβαμε πόσο μεγάλο λάθος κάναμε που δεν κοιτάξαμε τις κριτικές. 

Το κάναμε εκείνη την ώρα. Διαβάσαμε την πρώτη κριτική, που μας ήταν αρκετή, γιατί αυτός που την έγραψε έλεγε πως το ξενοδοχείο στις εικόνες φαινόταν υπέροχο, όμως από κοντά δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες τους. Τα δωμάτια ήταν μικρά και μύριζαν μούχλα, η οποία υπήρχε σε όλες τις γωνιές των δωματίων, τα σεντόνια ήταν άπλυτα, η ντουζιέρα σπασμένη, όπως και ο νιπτήρας και το πάτωμα, που ήταν ξύλινο με σπασμένα σανίδια . Επίσης, το ένα από τα δύο κρεβάτια του ενός δωματίου ήταν σπασμένο και, μόλις έκατσαν πάνω του, αυτό έπεσε. Έλεγε πως ήταν το χειρότερο ξενοδοχείο όπου έχει διαμείνει και, αν μπορούσε, δε θα τους έβαζε ούτε ένα αστέρι. 

Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Τελικά, αποφασίσαμε να μπούμε μέσα, για να δούμε πώς είναι. Μόλις μπήκαμε, δεν υπήρχε κανείς στην υποδοχή και αναγκαστήκαμε να περιμένουμε άλλα δέκα λεπτά. Όταν ήρθε η κοπέλα που ήταν επί της υποδοχής, μας έδωσε την κάρτα του δωματίου και ανεβήκαμε με τα πόδια τρεις ορόφους, καθώς δεν είχε ασανσέρ. Γενικά, το ξενοδοχείο φαινόταν πολύ φτωχικό. 

Μπήκαμε στο δωμάτιο και όλα ήταν ακριβώς, όπως τα είχε περιγράψει η κοπέλα στην κριτική, αν εξαιρέσουμε ότι τα δικά μας κρεβάτια δεν ήταν σπασμένα. Το μόνο πράγμα που ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα ήταν η θέα στο ηφαίστειο και ήταν όντως μαγευτική. 

Φυσικά, καταλάβαμε πως δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί, οπότε δώσαμε πίσω την κάρτα και φύγαμε. Ψάξαμε λίγο για ένα δωμάτιο στην υπόλοιπη Σαντορίνη και, τελικά, βρήκαμε ένα πολύ ωραίο και πιο απλό, που ευτυχώς ήταν αληθινό. 

Περάσαμε όμορφα στις υπόλοιπες διακοπές μας, όμως ακόμα και τώρα που έχουν περάσει πέντε μήνες περίπου από τότε, το θυμάμαι και νευριάζω. Ωστόσο, προσπαθώ να κρατήσω τα καλά και από αυτό το ταξίδι! 

Β. Τ. 


Η Λίλα ηταν μια μαθήτρια, φοιτήτρια αλλά και ακτιβίστρια. Ένα πρωί, όταν ξύπνησε, άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο της βροχής, όταν πέφτει πάνω σε μια ομπρέλα.

Αυτή η ομπρέλα που είχε χρώμα πορτοκαλί, όχι όπως το χρώμα των μαλλιών της προσφωνήτριας και μεταφράστριας Λόλα, της οποίας η ατάκα της ηταν η εξής: «Ρωτάω, κοιτάω στα δύσκολα και προσπερνάω τα εύκολα, ώστε να είναι πανεύκολα».

Η Λίλα θεωρεί ότι είναι φοβερή και αστεία η Λόλα, η οποία επίσης αγαπάει τη Λίλα.

Μια μέρα η Λίλα και η Λόλα διάβαζαν για μια υποδιευθύντρια και καθηγήτρια που φορούσε μια λιλά κουκούλα, της οποίας η μπλούζα ηταν κόκκινη σαν αίμα, αλλά τελικά είχε λερωθεί από έναν κόκκινο μαρκαδόρο για τον πίνακα. 

            Τα δυο κορίτσια χαροποιούν τα ίδια πράγματα, δηλαδή το κρύο και η βροχή. Τους αρέσει το κρύο, διότι μια μέρα του χειμώνα πέρασαν σε ένα χιονισμένο τοπίο που θύμιζε παραμύθι. Από εκείνη την ημέρα δεν χωρίστηκαν ποτέ ξανά! 

             Τέλος ή συνεχίζεται, όπως συνεχίζεται και η ζωή. 

Μ. Α. 


    Ένα μεσημέρι ήμουν με την φίλη μου και γυρνούσαμε από το σχολείο. Περνούσαμε τον περιφερειακό δρόμο και ακούσαμε έναν ήχο που μας τρόμαξε. Γυρίσαμε το κεφάλι μας και αντικρίσαμε μια τρομαγμένη ηλικιωμένη κυρία και τρακαρισμένα αυτοκίνητα πιο πέρα.       

      Ζητήσαμε πληροφορίες από τους γύρω περαστικούς και μας είπαν πως το αυτοκίνητο που έτρεχε με υψηλή ταχύτητα, δεν παρατήρησε την κυρία και έστριψε απότομα στην άκρη για να μην την τραυματίσει, καθώς ερχόταν ένα άλλο όχημα από την πλευρά εκείνη.    

      Εν τέλει τράκαραν τα δυο οχήματα, το ένα όχημα χτυπήθηκε αρκετά, αλλά πάλι καλά, ο άνθρωπος ηταν μια χαρά, από θαύμα, μα το όχημα είχε διαλυθεί. Ο δεύτερος οδηγός, πέρα από τη βλάβη στο όχημά του, είχε και ο ίδιος τραυματιστεί και χρειαζόταν οπωσδήποτε ιατρική φροντίδα. 

Β. Α. 


Θεσσαλονίκη, 20. 2. 24

Αγαπητέ φίλε Θανάση,

Σου γράφω αυτήν την επιστολή για να σου πω τα νέα μου αλλά κυρίως ένα αστείο γεγονός που συνέβη χθες.

Όπως γνωρίζεις, χθες ήταν η μέρα των γενεθλίων μου και το μεσημέρι βγήκα με την οικογένειά μου, για να φάμε σε ένα πολύ όμορφο εστιατόριο με φοβερή θέα. Μόλις φτάσαμε, παρήγγειλε ο καθένας ό,τι ήθελε και περιμέναμε να έρθει η παραγγελία μας. Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα αυτή, οι σερβιτόροι φέρανε τα φαγητά σε όλους εκτός από μένα, που αντιθέτως έφαγα μια τούρτα στο πρόσωπο, κάτι που οι σερβιτόροι είχαν κανονίσει από πριν με τους γονείς μου.

Ήταν ένα πολύ ωραίο και αστείο συμβάν, αν και μου πήρε αρκετή ώρα, μέχρι να καθαρίσω το γλυκό από πάνω μου.

Α. Γ. 


    

    Φέτος το καλοκαίρι πήγαμε μαζί με φίλους στη Χίο. Μια από τις μέρες που μείναμε εκεί, πήγαμε στην παραλία “Mαύρα Bόλια”, που είναι γεμάτη μαύρα, στρόγγυλα βότσαλα. Εκείνη η παραλία πάντα είχε πολύ κόσμο και δεν είχε μέρος να καθίσεις. Στον δρόμο για την παραλία σκεφτόμασταν πως δεν θα βρούμε ούτε θέση για να παρκάρουμε το αυτοκίνητο. Η διαδρομή διαρκούσε περίπου μία ώρα, αλλά περάσαμε από πολύ ωραία μέρη. Όταν φτάσαμε, βρήκαμε ευτυχώς μία θέση πάρκινγκ που είχε απομείνει. Πήραμε τα πράγματά μας και κατευθυνθήκαμε προς την παραλία. Τελικά, ήμασταν πολύ τυχεροί, διότι τη βρήκαμε άδεια. Η παραλία ήταν πολύ όμορφη και τα νερά γαλαζοπράσινα. Περάσαμε τέλεια και ελπίζω να ξαναπάω.

Α. Μ. 




Ενα Σάββατο, πήγαμε με τις φίλες μου στα Kάστρα στη Θεσσαλoνίκη και σταματήσαμε σε ένα γνωστό cafe εκεί κοντά. Ο καιρός ήταν κρύος και εμείς λεπτά ντυμένες, οποτε ήταν πολύ καλή αυτή ιδέα. Καθίσαμε στο μπαλκόνι του μαγαζιού σε ένα τραπέζι με μια ωραία θέα και παραγγείλαμε ύστερα από πολύ σκέψη τέσσερις ζεστές σοκολατες με διαφορετική γεύση η κάθε μια, έτσι ώστε να τις δοκιμάσουμε όλες. Η σοκολάτα που διάλεξα είχε γεύση φράουλα, της A. bueno, της Ι. βανίλια, ενώ της M. σοκολάτα. Ηταν όλες πολύ νόστιμες και ξεχωριστές ιδίως της A., διότι δεν είχαμε ξαναδοκιμάσει κάτι παρόμοιο. Αφού ευχαριστηθήκαμε τις σοκολάτες μας, συζητήσαμε και περάσαμε ωραία, έφτασε η ώρα να φύγουμε. Γυρίσαμε με τα πόδια, γιατί το λεωφορείο ήθελε χρόνο και προτιμουσαμε να περπατήσουμε και να εξερευνήσουμε παραπάνω την Θεσσαλονίκη. Περπατήσαμε από τα Κάστρα μέχρι τα Πανεπιστήμια, από όπου πήραμε και το μετρό μέχρι το σπίτι. Ηταν πολύ όμορφα, το μαγαζί με άφησε ευχαριστημένη και το προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους! Θα περάσουν μια τέλεια βραδιά όσοι το δοκιμάσουν.

Α. Μ.  





Ο drummer και τα drums

Τον άνθρωπο αυτόν τον λένε Jon και έπρεπε να διανύσει ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι, για να φτάσει εκεί που είναι τώρα. Αρχικά, ο Jon από μικρό παιδί αγαπούσε τα drums και τη rock μουσική. Οι γονείς του παρατήρησαν σύντομα ότι ο Jon αγαπούσε πολύ τα drums, καθώς κάθε φορά που άκουγε κάποιο τραγούδι, χτυπούσε ρυθμικά κάπου τα χέρια του, ανάλογα με τον ρυθμό του τραγουδιού.

Δεν άργησε να έρθει η ηλικία των δέκα ετών και οι γονείς του Jon του πήραν ως δώρο γενέθλιων ένα set drums των εφτά χιλιάδων δολαρίων, μαζί με ατομικά μαθήματα σε ένα ωδείο κοντά στο σπίτι τους. Η χαρά του Jon ήταν απερίγραπτη και σε κάθε μάθημα των drums τα έδινε όλα.

Όλα πηγαίναν υπέροχα για τον Jon, μα στην ηλικία των δεκατριών το ένα στράβωνε μετά το άλλο. Ο δάσκαλος του πέθανε, οπότε έπρεπε να σταματήσει αναγκαστικά τα μαθήματα και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, οι γονείς του χώρισαν. Ο Jon ήταν στα χειροτέρα του. Η μόνη του παρηγοριά ήταν η μουσική και ο ασπρόμαυρος σκύλος του, ο Max. Έμενε όλη μέρα κλεισμένος στο δωμάτιό του με τον Max, ο οποίος δεν έφευγε στιγμή από κοντά του. O Jon είχε ξεχάσει τελείως τα drums.

Μια μέρα, έτσι όπως ο Jon έπαιζε με τον σκύλο του, για να ξεχαστεί, ο Max στραβοπάτησε και κατρακύλησε με δύναμη πάνω στην ντουλάπα. Ο Jon πήγε γρηγορά κοντά του ,για να δει άμα ήταν καλά. O Max σηκώθηκε μονός του και τινάχτηκε, τότε ο Jon χαχάνισε και έπεσαν πάνω στο κεφάλι του οι μπαγκέτες του. Δεν είχε ξεπεράσει ακόμα ούτε τον θάνατο του δασκάλου του ούτε τον χωρισμό των γονιών του, αλλά, μόλις έπιασε τις μπαγκέτες στα χεριά του μετά από τόσο καιρό, του ήρθε μια ιδέα και έτρεξε στην αποθήκη. Έφερε πάνω από τρεις κούτες στο δωμάτιό του και άρχισε να στήνει, ένα-ένα τα μέρη από το set των drums του. Όταν τέλειωσε, αμέσως άρχισε να γράφει στίχους και να συνθέτει μουσική. Είχε φτιάξει δυο δικά του τραγούδια. Ένα για τον χωρισμό των γονιών του και ένα για τον θάνατο του δασκάλου του. Πέρασαν περίπου δυο μήνες και κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματα  αυτά.

Μα η λύτρωση από την κατάθλιψη ήρθε την ημέρα που οι φίλοι του πήγαν σπίτι του, να του κάνουν πάρτι -έκπληξη. Είχε καιρό να νιώσει τέτοια χαρά. Μόλις είδε τους φίλους του και τι προσπαθούσαν να κάνουν, απλώθηκε ένα χαμόγελο στα χείλη του. Μα εξαφανίστηκε γρήγορα και το πρόσωπο του γέμισε με απορία. Έβλεπε έναν-έναν τους φίλους του να τον κοιτάνε με γουρλωμένα τα ματιά και με ανοιχτό το στόμα. Η σιωπή αυτή φάνηκε σαν αιώνας στο μυαλό του Jon. Όλοι όρμησαν κατά πάνω του και τον έλουσαν με ερωτήσεις.

-Εσύ έφτιαξες αυτό το τραγούδι;

-Από πότε παίζεις drums;

Μα η ερώτηση που κέντρισε παραπάνω τον Jon ήταν:

-Θες να μπεις στην μπάντα μας;

Όταν το άκουσε, ο Jon πετάχτηκε και φώναξε ένα δυνατό «ναι!», οπότε όλοι σωπάσαν. Απλώθηκε ένα ακόμα μεγαλύτερο χαμόγελο στα χείλη του Jon και άρχισε να απαντά στις ερωτήσεις. Οι απαντήσεις του γρηγορά μετατράπηκαν σε μια ιστορία, με την οποία απαντούσε σε πολλά παραπάνω ερωτήματα.

Την επόμενη μέρα κιόλας, μαζευτήκαν στο δωμάτιο του Jon κι άρχισαν να μπαίνουν κι άλλα μουσικά όργανα στα τραγούδια του. Πρώτα, μπήκε το μπάσο, έπειτα ακολουθήσαν η ηλεκτρική κιθάρα και το keytar και, τέλος, μπήκε το τραγούδι. Περνούσε ο καιρός και όταν τελειοποίησαν και τα δυο τραγούδια, ένα παιδί είχε την ιδέα, αυτή η μπάντα να αρχίσει να βγαίνει προς τα έξω. Δεν πέρασε πολλή ώρα και από μια απλή παρέα παιδιών μετατραπήκαν σε μουσικούς του δρόμου. Την ίδια μέρα κιόλας, μάζεψαν όλοι τα όργανά τους και στηθήκαν στο κέντρο της πόλης τους. Αν όχι όλοι, οι περισσότεροι λάτρεψαν τη μουσική τους.

Είχαν βάλει στόχο να πάνε και σε διαγωνισμό. Μέσα σε λίγους μήνες μάζεψαν αρκετά χρήματα και πήγαν σε έναν διαγωνισμό, στον οποίο κέρδισαν! Ο στόχος τους έγινε υψηλότερος και πλέον ήθελαν να γίνουν διάσημοι. O Jon ήταν η πηγή των τραγουδιών που γεννήθηκαν μέσα από διάφορα προβλήματα, μεγάλες ή απότομες αλλαγές, αλλά και μεγάλες χαρές. Για παράδειγμα, όταν έκλεισαν τα δεκαοκτώ και έφτασαν όλοι στην ενηλικίωση, όταν πέρασαν στο πανεπιστήμιο, όταν η μπάντα τους είχε επέτειο. Ο στόχος τους να γίνουν διάσημοι πραγματοποιούνταν. Ηχογραφούσαν τα τραγούδια τους και τα ανέβαζαν στο YouTube και έπαιρναν μέρος σε όλο και πιο πολλούς διαγωνισμούς.

Σε μερικούς κέρδιζαν και σε άλλους έχαναν. Αν και όχι πολύ σύντομα, κατάφεραν τελικά να γίνουν διάσημοι. Απέκτησαν δικό τους κανάλι, όπου ανέβαζαν και video clip. Μέχρι και ανοιχτές συναυλίες έκαναν. Στην τελευταία τους συναυλία, έπαιξαν ένα νέο τραγούδι, το οποίο ήταν αφιερωμένο στον πλέον νεκρό, πιστό σκύλο του Jon, τον Max.

Μάλιστα η φωτογραφία αυτή, τραβήχτηκε, λίγο πριν τα δάκρια του Jon αρχίσουν τα τρέχουν. Ήθελε να δίνει ταυτόχρονα ελπίδες στα παιδιά με τα ίδια ή παρόμοια προβλήματα.

Δ. Λ. 




Ο ΠΙΝΑΚΑΣ, ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΤΕΛΙΕ  

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια νεαρή ζωγράφος πολύ διάσημη, με τους πίνακες και το ταλέντο της να θαυμάζονται και να λατρεύονται από τους πάντες.

Μια μέρα, λοιπόν, έγινε κάτι απίστευτο. Ένας από τους αγαπημένους της ηθοποιούς της ζήτησε να του φτιάξει έναν πίνακα, αλλά, όταν αυτή τον ρώτησε τι πίνακα ήθελε, εκείνος της  είπε να ζωγραφίσει ό,τι θέλει. Ήταν σίγουρος ότι ο πίνακάς της θα είναι τέλειος, ό,τι και να κάνει. Η ζωγράφος τότε του είπε ότι θα του ζωγραφίσει τον καλύτερο πίνακα που έχει δει.

Έτσι πήγε στο ατελιέ της και άρχισε να ζωγραφίζει, αλλά τίποτα δεν της φαινόταν αρκετά καλό. Πρώτα, ζωγράφισε έναν πλανήτη, αλλά αν δεν του άρεσε το διάστημα; Τότε σκέφτηκε να κάνει έναν πίνακα ενός αεροπλάνου, μιας και του ηθοποιού αυτού του αρέσει να ταξιδεύει, μα κι αν το έκανε απλά για τη δουλειά του και δεν του άρεσε στα αλήθεια; Μετά σκέφτηκε να κάνει το πορτρέτο του, αλλά ποιος θα ήθελε έναν πίνακα του εαυτού του, όταν υπάρχουν χιλιάδες αφίσες με μεγαλύτερη ακρίβεια και πιο ρεαλιστικές;

Η ζωγράφος άρχισε τότε να απελπίζεται, οπότε αποφάσισε να πάει μια βόλτα. Καθώς περπατούσε, πέρασε έξω από ένα ανθοπωλείο και αποφάσισε να πάρει μερικά λουλούδια για το ατελιέ της, μήπως και της δώσουν έμπνευση.

Όταν γύρισε στο ατελιέ της, έβαλε τα λουλούδια σε ένα βάζο και έκατσε για λίγο να τα θαυμάσει. Τα λουλούδια αυτά ήταν μια ανθοδέσμη που αποτελούταν από όλα τα αγαπημένα της λουλούδια, μερικές καμέλιες, λίγες λευκές μαργαρίτες και τρία κίτρινα τριαντάφυλλα.

Τότε της ήρθε ουρανοκατέβατη μια ιδέα, να ζωγραφίσει το βάζο με τα λουλούδια! Αν και λίγο κλισέ, σε ποιον δεν αρέσουν οι πίνακες λουλουδιών; Και έτσι έκανε, πέρασε όλη την ημέρα αλλά και τη νύχτα, ζωγραφίζοντας, ώσπου έκανε τον πιο ωραίο πίνακα λουλουδιών που είχε φτιάξει ως τώρα στη ζωή της - αλλά σίγουρα όχι τον πιο ωραίο, γενικά. Το μόνο που έμενε τώρα ήταν να τον δώσει στον ηθοποιό, με την ελπίδα ότι δε θα απογοητευτεί, που δεν κράτησε την υπόσχεση της.

Συναντήθηκαν λοιπόν λίγες μέρες μετά και του έδωσε τον πίνακα, ζητώντας συγγνώμη, γιατί δεν κατάφερε να κάνει τον πιο ωραίο πίνακα που έχει δει. Ο ηθοποιός έμεινε αμίλητος για λίγο, κάτι που άγχωσε την ζωγράφο, αλλά πριν προλάβει να πει τίποτα, εκείνος ρώτησε πώς ήξερε ποια είναι τα αγαπημένα του λουλούδια. Εκείνη τότε άρχισε να γελάει και παραδέχτηκε πως αυτά είναι και τα δικά της αγαπημένα.

Ύστερα από αυτό, ο ηθοποιός κράτησε επαφή και άρχισε να βλέπει όλο και πιο συχνά τη ζωγράφο, ώσπου έγιναν κολλητοί, μέχρι και κουμπάροι, όταν εκείνος παντρεύτηκε μερικά χρόνια αργότερα. Κι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Α. Μ. 



Το προαύλιο του σχολείου ήταν άδειο

Το προαύλιο του σχολείου ήταν άδειο. Ήταν 11 Σεπτεμβρίου και τα σχολεία ξεκινούσαν. Όλα τα παιδιά ξύπνησαν νωρίς, πλύθηκαν, ντύθηκαν και ξεκίνησαν για το σχολείο. Μόλις έφτασαν, συναντήθηκαν με τους φίλους τους και είπαν τα νέα του καλοκαιριού. Μετά από λίγα λεπτά, το πρώτο κουδούνι της σχολικής χρονιάς χτύπησε. Το προαύλιο, ενώ ήταν άδειο, γέμισε με παιδιά του Γυμνασίου. Ο παπάς άρχισε να λέει τις προσευχές και όλοι τον ακούγαμε με προσοχή. Μόλις τελείωσε, ευχήθηκε καλή χρονιά και έπειτα έδωσε το μικρόφωνο στον διευθυντή για να κάνει την καθιερωμένη ομιλία του. Η μέρα ξεκίνησε με ένα άδειο προαύλιο και τελείωσε με έναν χώρο γεμάτο παιδιά.

Α. Σ.


      Το προαύλιο του σχολείου ήταν τελείως άδειο…την πρώτη μέρα σχολείου. Ξεκινάει, λοιπόν, η σχολική χρόνια. Σαν μαθήτρια πήγα στο σχολείο, όπως και όλα τα άλλα παιδιά. Μια μέρα πριν, είχα κανονίσει με την φίλη μου να πάμε μαζί το πρωί παρέα.

       Το πρωί, λοιπόν, περίμενα την φίλη μου…δεν ήρθε και δεν μπορούσα να περιμένω, διότι έπρεπε να είχα μπει ήδη στο προαύλιο αφού σε 10 λεπτά χτυπούσε το κουδούνι. Μπήκα στο προαύλιο και παρατήρησα πως δεν ήταν κανένας. Παραξενεύτηκα, ήταν μόνο τα καινούρια παιδιά της Α’ τάξης ενώ εγώ ήμουν στη Γ’ και δεν υπήρχε κανένας γύρω μου από τους φίλους μου. Έπαιρνα τηλέφωνα, μα κανένας τους δεν απαντούσε. Συμπτωματικά, όλοι είχαν κλειστά τα κινητά τους. Ένιωθα τόσο άβολα και αμήχανα!

        Ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι και τρομάζω, καθώς ακούγονται φωνές και γεμίζει το προαύλιο με παιδιά….Είναι οι φίλοι μου, καθώς μου τραγουδούσαν "Χρόνια πολλά" για τα γενέθλια μου. Έπειτα, βλέπω τις 2 κολλητές μου να μου φέρνουν να σβήσω την τούρτα. Πάλι καλά, που οι καθηγητές χειροκροτούν, αντί να μας κάνουν παρατήρηση.

        Όλο το συναίσθημα αμηχανίας μετατράπηκε σε χαρά και έκπληξη. Χαίρομαι, που έχω τόσους φίλους και διατηρώ καλές σχέσεις με τους συμμαθητές μου, που είναι πάντα δίπλα μου και με κάνουν να νιώθω όμορφα. Δεν περίμενα να θυμούνται τα γενέθλια μου αλλά τελικά (έχω να πω), η υπερβολική επιφύλαξη δεν είναι πάντα αληθινή. Να κρατάτε μόνο καλούς ανθρώπους δίπλα σας, που σας κάνουν χαρούμενους και σας στηρίζουν.

Β. Α.


Το προαύλιο του σχολείου ήταν άδειο. Όλοι οι μαθητές είχαν μπει στην αίθουσα, καθώς ο καθηγητής εξηγούσε τους κανόνες και τι απαγορεύεται να γίνεται στη διάρκεια των εξετάσεων. Μπορούσες να δεις το άγχος στα πρόσωπα των παιδιών, όσο οι καθηγητές μοίραζαν τις κόλλες. Άλλοι όμως ήταν χαλαροί, γιατί είχαν διαβάσει και πίστευαν πως θα γράψουν καλά. Εγώ είχα προετοιμαστεί πολύ καλά, όμως και πάλι αγχωνόμουν αρκετά. Μόλις τελειώσαμε, καταλάβαμε πως δεν είχαμε λόγο να ανησυχούμε, καθώς ήταν αρκετά εύκολο. Πιστεύω πως είχαμε τέτοιο άγχος επειδή ήταν η πρώτη φορά που δίναμε γραπτές εξετάσεις και είχαμε μεγάλες προσδοκίες να ικανοποιήσουμε. Νομίζω όμως πως τα καταφέραμε.

Δ. Λ. 


Το προαύλιο του σχολείου ήταν άδειο, όταν κατέβηκα από την τάξη. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Πανικοβλήθηκα, γιατί άκουγα φωνές παιδιών από έξω. Χτυπούσα την πόρτα, αλλά κανένας δεν με άκουσε, κανένας δεν ήταν μέσα. Εκείνη την μέρα, θα πηγαίναμε εκδρομή με το σχολείο στο Αρχαιολογικό Μουσείο και, από ό,τι φαίνεται, όλοι είχαν φύγει από το σχολείο. Σκέφτηκα να περιμένω να γυρίσουν. Η ώρα περνούσε και κατάλαβα ότι έπρεπε να κάνω κάτι. Βρήκα ένα ανοιχτό παράθυρο και βγήκα έξω. Η πόρτα του προαυλίου ήταν κλειδωμένη τότε δεν ήξερα τι να κάνω. Έκανα μια προσπάθεια να σκαρφαλώσω στα κάγκελα, μα ήταν πολύ ψηλά, για να περάσω από πάνω. Έκατσα μόνη μου να σκέφτω και αποφάσισα να περιμένω να περάσει κάποιος.

Α. Κ. 



Το προαύλιο του σχολείου ήταν άδειο. Ήταν η πρώτη μέρα λειτουργίας του για την φετινή χρονιά και, όπως όλοι γνωρίζετε, ήταν η μέρα του Αγιασμού.

Είχα ξυπνήσει το πρωί με πολλή χαρά, γιατί ξεκινούσε μια νέα χρονιά. Έφτασα στο σχολείο στις 8:10 και περίμενα πως το προαύλιο θα ήταν γεμάτο, περιμένοντας το χτύπημα του κουδουνιού. Τελικά, ήταν μόνο οι καθηγητές, ο παπάς και η παρέα μου. Το υπόλοιπο προαύλιο άδειο. Μόλις οι καθηγητές αντιλήφθηκαν ότι ήμασταν μόνο εμείς, μας είπαν να φύγουμε. Φύγαμε με απορίες και πολλά "γιατί", καθώς θέλαμε να δούμε τους φίλους μας.

Στο τέλος, μάθαμε πως εμείς ήρθαμε κανονικά, όπως έπρεπε να κάνουν και οι άλλοι 300 μαθητές του σχολείου, αλλά μαθεύτηκε ότι δεν ήταν ενημερωμένοι, γιατί δεν ποτέ ήρθε το mail. Έτσι, ο Αγιασμός έγινε την επόμενη μέρα.

 Α. Γ.


Το προαύλιο του σχολείου ήταν άδειο.

Φυσικά, αυτό συμβαίνει τα Σαββατοκύριακα και στις αργίες, όμως εκείνη η μέρα ήταν μια καθημερινή μέρα εργασίας. Οι μαθητές ήταν μέσα στις αίθουσες και κάνανε μάθημα. Σε κάθε τάξη γινόταν και διαφορετικό μάθημα.

Η ώρα κυλούσε αργά, αλλά δεν πήγαινε χαμένη. Κάθε μαθητής μάθαινε κάτι καινούριο ή ξαναθυμόταν κάτι που είχε ξεχάσει.

Όταν χτύπησε το κουδούνι, οι μαθητές βγήκαν έξω να παίξουνε ή να ξεκουραστούνε. Ξαναχτύπησε το κουδούνι και οι μαθητές μπήκαν μέσα στις αίθουσες. Η μέρα ήταν φυσιολογική.

Μπορεί  να μην είναι η κάθε μέρα διαφορετική ή γεμάτη δυνατές συγκινήσεις, αλλά καμία δεν πάει χαμένη και, σε τελική ανάλυση, είναι όλες ξεχωριστές.

Α. Μ.

 




Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ φω­το­γρα­φί­α

ΣΗΜΕΡΑ ΗΤΑΝ τὰ γε­νέ­θλιά του. Τοῦ ἑ­τοί­μα­σε τὴν ἐ­πί­ση­μη στο­λή του καὶ τὴν κρέ­μα­σε στὸν κα­λό­γε­ρο. Τὰ κο­ρί­τσια θὰ φο­ροῦ­σαν τὰ βε­λού­δι­να φο­ρέ­μα­τά τους, κόκ­κι­να λου­στρί­νια καὶ ἀ­σορ­τὶ κορ­δέ­λες. Ἐ­κεί­νη, ἐ­πέ­λε­ξε νὰ βά­λει τὸ μπλὲ που­ὰ φό­ρε­μα μὲ τὴν με­τα­ξω­τὴ ἐ­σάρ­πα, ποὺ τῆς εἶ­χε φέ­ρει ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το του τα­ξί­δι στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Ἑ­τοι­μά­στη­καν καὶ πε­ρί­με­ναν.

Ὁ φω­το­γρά­φος ἔ­φτα­σε στὴν ὥ­ρα του γιὰ τὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη, οἰ­κο­γε­νεια­κὴ φω­το­γρα­φί­α. Πέ­ρα­σαν στὸ σα­λό­νι. Στά­θη­καν δί­πλα στὸ πιά­νο. Τὰ κο­ρί­τσια μπρο­στά, πι­α­σμέ­να χέ­ρι-χέ­ρι, κά­πως ἀ­μή­χα­να, κι ἐ­κεί­νη πί­σω τους, μὲ τὴν ἐ­σάρ­πα της νὰ ἀγ­γί­ζει ἁ­πα­λὰ τὸ δε­ξί του μα­νί­κι. Ὅ­λα ἦ­ταν ἕ­τοι­μα. Χα­μο­γέ­λα­σαν σφιγ­μέ­να. Ὁ φω­το­γρά­φος τοὺς ζή­τη­σε νὰ κά­νουν ἕ­να βῆ­μα πί­σω. Ἡ μι­κρή της κό­ρη σκόν­τα­ψε. Ὁ κα­λό­γε­ρος σω­ρι­ά­στη­κε στὸ πά­τω­μα.


Διαβάζοντας το διήγημα της Αγγ. Ευσταθίου, να συντάξετε τη φανταστική αλληλογραφία των δυο συζύγων...


                                                                                                   Θεσ/νίκη, 26-7-1954

Αγαπημένε Νίκο,

Χρόνια πολλά. Πώς εισαι; Ήθελα να σου γράψω αυτό το γράμμα, για να ξέρεις πως όλα αυτά τα χρόνια εγώ πίστευα και περίμενα πως θα γυρίσεις. Σε ευγνωμονώ για την βοήθεια που μου έδινες και τον ξενιτεμό σου, για να με βοηθήσεις. Αλλά θέλω να σου πω πως εγώ θα προχωρήσω στη ζωή μου, γιατί έχεις πολύ καιρό να μου στείλεις γράμματα και  χρήματα. 

Πιστεύω ότι ίσως να μην σε νοιάζει πλέον η οικογένειά σου και να την έχεις ξεχάσει. Ελπίζω όμως να είσαι καλά. 

                                                                                                                                            Με αγάπη,

                                                                                                                                            Όλγα 

            

                                                                                                                       Η.Π.Α,  30 -7-1954

 

Αγαπημένη Όλγα, 

Είμαι καλά. Εσύ πώς εισαι; Ήθελα να ξέρεις ότι το τελευταίο καιρό δυστυχώς προέκυψε κάτι στη δουλειά μου και γι' αυτό δεν σου απαντούσα. Θελω να σου πω ότι θα επισκεφθώ την Θεσσαλονίκη για μια δουλειά. Εκει θα μιλήσουμε από κοντά σε μερικές μέρες. Η απόφαση σου με στεναχώρησε, εγω δε συμφωνώ, αλλά πιστεύω να αλλάξεις γνώμη.

Να χαιρετησεις τα κορίτσια.

                                                                                                                             Με αγάπη, 

                                                                                                                             Νίκος




Ο οπαδός του Μαράτ

Μια μέρα, ένας εξερευνητής και οπαδός του είχε μάθει για τον θάνατο του Μαράτ και ήθελε να εξακριβώσει τι του είχε συμβεί. Αυτόν τον εξερευνητή τον έλεγαν Λάιονελ. Ο Λάιονελ, αρχικά, πήγε στο σπίτι του Μαράτ, όπου βρήκε το πτώμα του και ένα μυστηριώδες γράμμα να κρατάει στα χέρια του. Του ήταν αδύνατο να καταλάβει τί έλεγε, μπορούσε μόνο να διακρίνει μία περίεργη τοποθεσία που οδηγούσε σε μία παλιά αποθήκη.

 



Εκεί δεν βρήκε κάτι σημαντικό παρά μόνο ένα μπουκάλι με ένα χαρτί μέσα. Αυτό δεν ήταν άλλο παρά ένας χάρτης θησαυρού. Τελικός προορισμός ήταν ένα νησί, η Κορσική της Γαλλίας. Αλλά δεν ήταν τόσο εύκολο να πάει εκεί, επειδή συνεχιζόταν η Γαλλική Επανάσταση. Για αυτό, έπρεπε να  μετακινηθεί με άκρα μυστικότητα. 




Καθώς διάβαζε τον χάρτη, άκουσε έναν θόρυβο. Τότε βγήκε έξω και είδε έναν Γιρονδίνο να τον παρακολουθεί. Ο Γιρονδίνος, αφού κατάλαβε πως τον είδε, άρχισε να τον κυνηγάει, για να τον σκοτώσει. Ο Λάιονελ άρχισε να τρέχει, μέχρι που κατάφερε να του ξεφύγει. Αφού δεν κατάφερε να τον πιάσει ο κατάσκοπος, πήγε στους υπόλοιπους  Γιρονδίνους και τους είπε τις πληροφορίες που είχε συλλέξει, ότι δηλαδή είδε έναν οπαδό του Μαράτ να βρίσκει έναν δικό του χάρτη που οδηγούσε σε έναν θησαυρό στο νησί Κορσική της Γαλλίας. Τότε όλοι πήραν την απόφαση να τον σταματήσουν, γιατί μπορούσε να έχει κάτι ενοχοποιητικό γι' αυτούς και γιατί ήθελαν να πάρουν εκδίκηση. Ο Λάιονελ παραξενεύτηκε, αλλά ήταν σε επιφυλακή και είχε τα μάτια του δεκατέσσαρα μετά από αυτό που έγινε. 

Από την άλλη πλευρά, οι Γιρονδίνοι κατάστρωναν ένα σχέδιο, ώστε να τον σταματήσουν. Εφόσον ο μόνος τρόπος, για να πάει στο νησί, ήταν μέσω θαλάσσης, σκέφτηκαν να του στήσουν ενέδρα στο πλοίο. Αλλά για να μην τους καταλάβει όλος αυτός  ο κόσμος που επιβιβάζεται στο πλοίο, το σαμποτάρανε. Πείραξαν τα λειτουργικά συστήματα του πλοίου.

 Ο Λάιονελ ανυποψίαστος επιβιβάστηκε στο  πλοίο για την Κορσική, άλλα είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του τους Γιρονδίνους, που ενδεχομένως θα είχανσχεδιάσει κάτι. Έως εκείνην την ώρα, το σχέδιό τους λειτουργούσε στην εντέλεια. Κάποια στιγμή στο μέσο της διαδρομής, ο Λάιονελ ένιωσε κάτι να μην πηγαίνει καλά. Γι' αυτό αποφάσισε να φύγει και να πάρει τη μικρή βοηθητική βάρκα έκτακτης ανάγκης. 



Εντωμεταξύ, οι Γιρονδίνοι είχαν στείλει έναν κατάσκοπο. Ο κατάσκοπος δεν κατάλαβε ότι ο Λάιονελ είχε φύγει. Τελικά, είδε το πλοίο να καταστρέφεται και πίστεψε πως πνίγηκε.

Ι. Α. 


Η αγαπημένη μου κούκλα

Αν ήμουν παιδί, η αγαπημένη μου κούκλα θα είχε καστανά μάτια και θα ήταν γεμάτη με κοσμήματα, σκουλαρίκια, κολιέ, βραχιόλια .

Ο λόγος, που θα ήθελα να έχει κολιέ και κοσμήματα, είναι ότι αυτά τονίζουν τα χαρακτηριστικά της και την κάνουν να φαίνεται πιο όμορφη και πιο γλυκιά.

Τα ρούχα που θα φορούσε θα ήταν μια παιδική πιτζάμα, όπως φορούν οι κούκλες .

Η αγαπημένη μου κούκλα θα ήθελα να είναι σαν κανονικό μωρό, δηλαδή να μπορεί να κουνάει τα πόδια της ή τα χέρια της, να κλαίει και, όταν την αγκαλιάζω, να σταματάει.

Δεν έχω σκεφτεί το χρώμα ή τη φυλή της αγαπημένης μου κούκλας, επειδή αυτά δε με ενδιαφέρουν και τόσο, ώστε να θέλω κάτι συγκεκριμένο. Πιστεύω θα με ένοιαζε πιο πολύ να περνάω χρόνο μαζί της και να παίζω. 

Γ. Μ.


Επιλέγοντας το αγαπημένο μου επάγγελμα

Υπάρχουν πολλά επαγγέλματα που με ενθουσιάζουν, αλλά στο  μέλλον σίγουρα θα ήθελα να  ασχοληθώ με την αστρονομία και, γενικότερα, με τις φυσικές επιστήμες. Αυτό το επάγγελμα το επιλέγω λόγω της κλίσης μου στις επιστήμες και γιατί η φυσική και τα μαθηματικά ήταν πάντα τα αγαπημένα μου μαθήματα. Σίγουρα από το σχολείο μπόρεσα να μάθω τα πιο βασικά πράγματα για τον τομέα που με ενδιαφέρει, αλλά έχω χρησιμοποιήσει πολλές φορές το διαδίκτυο, για να μάθω πιο πολλές λεπτομέρειες για το διάστημα. Θα είναι πολύ δύσκολο να τα καταφέρω, γιατί  είναι μια πολύ απαιτητική δουλειά που χρειάζεται γνώσεις και πολύ διάβασμα, μα πιστεύω ότι θα τα καταφέρω. Τέλος, δεν πιστεύω πως η εργασία εξαρτάται από το φύλο αλλά από το πόσο καλά ασκεί κάποιος το επάγγελμά του, από τις γενικές γνώσεις του και, φυσικά, από τη διάθεσή του να προσφέρει.

Ε. Κ. 



Το σπίτι που έγινε μουσείο

Κάποτε ήταν ένας  άνθρωπος που έκανε  πεζοπορία δίπλα σε μικρά  βουνά. κουράστηκε όμως πολύ και ήθελε να βρει ένα μέρος να ξεκουραστεί. Μετά από αρκετή  ώρα και  έπειτα από πολύ περπάτημα, βρέθηκε μπροστά από ένα παραβεβλημένο και παλιό  σπίτι, στο οποίο τελικά ο άνθρωπος βρήκε πρόσβαση. Έμεινε εκεί ένα βράδυ, για να ξεκουραστεί.

Το πρωί που σηκώθηκε, δεν σταμάτησε να κοιτάει το σπίτι. Του άρεσε πολύ το κλίμα και η ζεστασιά του σπιτιού, αλλά περισσότερο η αρχιτεκτονική του. Είχε αποφασίσει λοιπόν να επενδύσει σε αυτό το σπίτι,  να το ανακαινίσει και να το μετατρέψει σε ενοικιαζόμενο για τουρισμό.

Μετά από λίγους μήνες, το σπίτι είχε ολοκληρωθεί, ήταν πανέμορφο και το πιο  ωραίο δωμάτιο από όλα ήταν το σαλόνι. Είχε έναν μικρό κόκκινο καναπέ, έναν ελκυστικό πίνακα, ωραίες κουρτίνες και μπαλκόνι, ένα στρογγυλό μικρό τραπεζάκι με μια μικρή γλάστρα και ένα μήλο επάνω του, ωραία φαναράκια και μια μεγάλη τηλεόραση. Ο τοίχος ήταν πολύ εντυπωσιακός, δεν ήταν βαμμένος αλλά πέτρινος με βαθουλώματα όπου υπήρχαν ωραία διακοσμητικά. Το σπίτι δεν είχε χάσει τη ζεστασιά του, ήταν ακόμα υπέροχο.

Κάποια μέρα που κατέβαζε στο υπόγειο μερικά παλιά έπιπλα, είδε στο βάθος μια πορτούλα. Την άνοιξε και δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του! Το δωμάτιο ήταν γεμάτο με σεντούκια γεμάτα με χρυσαφικά και παλιά χρήματα. Στο βάθος εντόπισε και κάτι που έμοιαζε με αρχαία τοιχογραφία.

Το υπόγειο πολύ γρήγορα έγινε μουσείο και το σπίτι παρέμεινε ενοικιαζόμενο δωμάτιο όμως οι επισκέπτες μπορούσαν να μείνουν μόνο μια μέρα εκεί, για να μπορέσουν να θαυμάσουν τα αξιοθέατα του μουσείου.

Π. Χ.



Πετυχημένη καλλιτέχνις

Μια κοπέλα είχε όνειρο να γίνει τραγουδίστρια. Έτσι, προσπαθούσε να επιλέξει ωραία τραγούδια, για να εντυπωσιάσει τον κόσμο και να γίνει μια πετυχημένη καλλιτέχνις.

Προσπαθούσε μεθοδικά να πραγματοποιήσει το όνειρο της και σιγά σιγά ο κόσμος άρχιζε να ακούει τα τραγούδια της και η ίδια να γίνεται δημοφιλής και διάσημη. Εφόσον τα κομμάτια της έγιναν γνωστά σε όλον σχεδόν τον κόσμο, άρχισε να δίνει και συναυλίες. Ο κόσμος τις λάτρευε, περισσότερο στο εξωτερικό. 

Λοιπόν, αυτή η γυναίκα κατάφερε να φτάσει στον στόχο της και ήταν ευγνώμων γι' αυτο!

Β. Ρ. 


Φανταστική συνέντευξη με την Σακίρα

 Εγώ: Γιατί διάλεξες αυτό το επάγγελμα; 

Σακίρα: Υπάρχουν πολλοί λόγοι που κατέληξα σε αυτό το επάγγελμα. Αρχικά, μου άρεσαν από μικρή ηλικία η μουσική και ο χορός, θέλω να δημιουργώ και να επηρεάζω τους άλλους με τις απόψεις μου και πιστεύω ότι μέσα από την μουσική έχω τη δυνατότητα να περάσω όμορφα μηνύματα. 

Εγώ: Σου αρέσει αυτό που κάνεις; 

Σακίρα: Δε θα μπορούσα να δω τον εαυτό μου σε διαφορετικό επάγγελμα.

Όπως είπα και πριν, η μουσική είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος έκφρασης και έχει γίνει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου πλέον. 

Εγώ: Πώς σου έρχονται όλα αυτά τα απίθανα τραγούδια; 

Σακίρα: Τα τραγούδια μου τα εμπνέομαι από τις εμπειρίες της ζωής μου. Εκτός από αυτό, μιλάω και για καθημερινές δυσκολίες, όχι μόνο στη δική μου αλλά και στη ζωή - καθημερινότητα των ανθρώπων γύρω μου. 

Εγώ: Πόσων ετών ήσουν από τότε που σκέφτηκες το επάγγελμα αυτό; 

Σακίρα: Όλη μου τη ζωή είχα ταλέντο στον χορό, το οποίο αργότερα, κάπου στην ηλικία των 18 ετών, αποφάσισα να συνδυάσω με τη μουσική. Και έτσι σκέφτηκα να ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα. 

Εγώ: Χρειάστηκε να αλλάξεις εμφάνιση γι’ αυτό; 

Σακίρα: Η μόνη εμφάνιση που χρειάστηκε να αλλάξω είναι τα ρούχα που φορούσα πάνω στην σκηνή και στα βιντεοκλίπ μου. Δε χρειάστηκε και δε θέλησα να αλλάξω ούτε τον χαρακτήρα ούτε την εμφάνισή μου για κανέναν λόγο. 

Εγώ: Σκέφτεσαι να το σταματήσεις αυτό; 

Σακίρα: Κάποια στιγμή θα χρειαστεί να γίνει κι αυτό. Λόγω της ηλικίας μου ή αν αποφασίσω κάποια στιγμή στη ζωή μου να κάνω οικογένεια. Σε αυτό το επάγγελμα που επέλεξα, είναι αναγκαστικό να σταματήσω πιο νωρίς απ' ότι σε άλλα επαγγέλματα, αν όμως ήταν στο χέρι μου, θα το έκανα για μια ολόκληρη ζωή. 

Εγώ: Σου αρέσει η δημοσιότητα; 

Σακίρα: Η δημοσιότητα έχει τα θετικά και τα αρνητικά της. Από την μια πλευρά, μπορώ να επηρεάσω τον κόσμο πολύ θετικά, αλλά, από την άλλη, ο κόσμος μπορεί να επηρεάσει εμένα πολύ άσχημα. 

Εγώ: Γιατί δεν έρχεσαι να κάνεις συναυλία στην Ελλάδα;

Σακίρα: Το κάθε πράγμα στην ώρα του. Θα γίνει κι αυτό σε λίγο καιρό, γιατί τώρα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. 

Εγώ: Θα μου δώσεις ένα αυτόγραφο; 

Σακίρα: Ναι ευχαρίστως! 

Εγώ: Πηγές σε κάποια σχολή χορού; 

Σακίρα: Πήγαινα σε σχολή χορού για αρκετά χρόνια, ώστε να μάθω να χορεύω το συγκεκριμένο είδος χορού σωστά. 

Εγώ: Τι σου αρέσεις να κάνεις στον ελεύθερο χρόνο σου; 

Σακίρα: Μου αρέσει να διαβάζω βιβλία, να χορεύω, να περπατάω, να βλέπω netflix, να μαγειρεύω, να πηγαίνω βόλτες, να ακούω γενικά όποιο τραγούδι μου έρθει.

Μ. Μ. 


Μια κοπέλα είχε όνειρο να γίνει τραγουδίστρια. Έτσι, προσπαθούσε να επιλέξει ωραία τραγούδια, για να εντυπωσιάσει τον κόσμο και να γίνει μια πετυχημένη καλλιτέχνις.

Προσπαθούσε πολύ για να πραγματοποιήσει το όνειρο της και σιγά σιγά ο κόσμος άρχιζε να ακούει τα τραγούδια της και ή ίδια να γίνεται δημοφιλής και διάσημη. Εφόσον τα κομμάτια της έγιναν γνωστά σε όλον σχεδόν τον κόσμο, άρχισε να δίνεικαι συναυλίες. Ο κόσμος τις λάτρευε, περισσότερο στο εξωτερικό. 

Λοιπόν, αυτή η γυναίκα κατάφερε τον στόχο της και ήταν ευγνώμων γι' αυτο!

Β. Ρ. 







ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ: Ένας βιολιστής θυμάται

Ένα άνδρας κουρασμένος, μόνος σε ένα δωμάτιο, κοιτάζει με πόνο τη φωτογραφία μιας κοπέλας δροσερής και όμορφης. Ο ίδιος είναι μεσήλικας και δείχνει απελπισμένος.  

 

«Αγαπημένη μου Λόρα, 

Μου λείπεις πάρα πολύ, ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω πως έχεις φύγει από αυτήν τη ζωή, πως δεν θα σε ξαναδώ ποτέ. Δε γίνεται να συνειδητοποιήσω ότι, από εκεί που θα γινόμασταν τρεις στην οικογένεια, ξαφνικά έμεινα χωρίς εσάς. Το ξέρω ότι  εσύ και η οικογένειά μου εγκρίνατε την απόφαση μου να παίζω βιολί, για να ζήσω, αλλά εγώ πονάω πολύ, που δε σας ακολούθησα και διάλεξα τη ζωή. Οι τύψεις μου είναι τεράστιες, που σε άφησα και δεν ήμουν δίπλα σου μέχρι το τέλος.

Σαν σήμερα συμπληρώνονται είκοσι χρόνια, από τότε που χάθηκες στο Άουσβιτς… Ακόμα θυμάμαι τα λίγα λεπτά, πριν μπεις στον θάλαμο αερίων, εγώ ήμουν εκεί απέναντι και έπαιζα βιολί. Ήξερα τη μοίρα σου με το που θα μπεις στον θάλαμο, έτριζα τα δόντια μου, για να κρατηθώ να μην πετάξω το βιολί κάτω και να έρθω να σε πάρω. Η τελευταία μας αγκαλιά είναι μια ανάμνηση που δε θα σβήσουν τα χρόνια από τη μνήμη μου.         

Θυμάμαι έναν μεσημεριανό περίπατό μας στα ηλιόλουστα δρομάκια τής Θεσσαλονίκης, δίπλα στον Λευκό Πύργο. Είχαμε πάρει παγωτό. Πού να ήξερα ότι αυτή ήταν από τις τελευταίες μας γεύσεις ευτυχίας, πού να φανταζόμουν ότι αυτή ήταν από τις τελευταίες μας ξέγνοιαστες βόλτες, πού να ήξερα ότι οι μελλοντικές μας βόλτες θα ήταν βόλτες προς τον θάνατο.

Επίσης, θυμάμαι, όταν  μου ανακοίνωσες πως είσαι έγκυος… ένιωθα ότι μου χαρίζουν όλο τον κόσμο, ήμασταν και οι δύο πολύ ευτυχισμένοι. Πού να ξερά πάλι ότι αυτό το παιδί δε θα γεννιόταν ποτέ, ότι γνώρισε τον θάνατο, πριν καν γνωρίσει τη ζωή… Τι άδικο πράγμα! Αν και καλύτερα που δεν γεννήθηκε. Ποιος θέλει να γεννηθεί το παιδί του μέσα στην κόλαση, μέσα σε έναν κόσμο που μόνο ζωή δεν ήταν, μες στη μυρωδιά του θανάτου, του πόνου, των δακρύων, της απελπισίας;

Νιώθω ένοχος, που γνώριζα τη γλώσσα, που ήξερα ένα κομμάτι αυτού του λαού, που όχι μόνο μας βασάνιζε, μας σκότωνε, μας χλεύαζε, αλλά μας έκλεψε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και μας ανάγκασε να μεταφέρουμε οι ίδιοι τα πολύτιμά μας πράγματα… Αλλά δεν κατάφεραν να κλέψουν τις αναμνήσεις από τους  ανθρώπους μας και από τις στιγμές που ζήσαμε μαζί. 

Θυμάμαι … Από εκεί έχω κακές και ακόμα χειρότερες αναμνήσεις. Μερικές φορές, με κοροϊδεύανε που μιλούσα στον Θεό για εσένα, ζητώντας να μου δώσεις ένα σημάδι ότι είσαι εκεί και με βλέπεις με το οκτώ μηνών αγέννητο παιδάκι μας.

Το μόνο που με ένοιαζε ήταν το να σώσω όλους εσάς, δεν μπορούσα να βλέπω έναν έναν να μπαίνει στον θάλαμο αερίων…

 Έβλεπα τον μπαμπά μου να μπαίνει στον θάλαμο…

 Ακόμα θυμάμαι να γυρνάω από το σχολείο και να μου λέει: "Ζακ, τι έμαθες σήμερα; Πες μου και εμένα να μάθω λίγα Ελληνικά".

Του έκανα το χατίρι και σπούδασα στο Πολυτεχνείο μηχανολόγος ηλεκτρολόγος.

Ποτέ δεν κατάφερα να γίνω επαγγελματίας, πάντα ήθελα να είμαι το πρότυπο της οικογένειας και γι’ αυτό ήξερα όχι μια αλλά τέσσερις γλώσσες.

 Το 1942 μπήκα στο Άουσβιτς κι ένας κοντινός μου φίλος, γιατρός, μου είπε, αφού ξέρω να παίζω βιολί, να πάω και να το πω, για να ζήσω…

Οι Γερμανοί μας έπαιρναν την περιουσία, τις φωτογραφίες, το χρυσάφι και τα κοσμήματα. Το χειρότερο που έζησα ήταν ο αριθμός μητρώου. Το νούμερό μου ήταν το 121.097.

Η πρώτη φορά που έπαιξα βιολί για τους μελλοθάνατους σημάδεψε τη ζωή μου. Οι Γερμανοί με προσκάλεσαν, για να συνοδέψω τους Εβραίους στην πορεία του θανάτου. Δεν άντεχα να βλέπω τόσο φριχτά πράγματα και εγώ να τους οδηγώ στον θάνατο, παίζοντας μουσική. Δεν μπορούσα άλλο εκεί πέρα, ήθελα να φύγω.

Οι άνθρωποι ήταν φοβισμένοι, θυμωμένοι και λυπημένοι, μόνοι, χωρίς τους δικούς τους ανθρώπους. Είχαν μείνει εγκλωβισμένοι για μέρες στο βαγόνι του θανάτου και τώρα βρίσκονταν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ο κόσμος νόμιζε ότι πηγαίνει να καθαριστεί και εγώ τους έπαιζα μουσική, ενώ πέθαιναν.

Ένιωθα ότι πορευόμαστε στον θάνατο μαζί τους όλοι μας, θυμόμουν τη δική μου οικογένεια. Άραγε τους έπαιζα μουσική, γιατί μου έταξαν ότι θα ζήσω περισσότερες μέρες; Ένιωθα καλύτερα, όταν έπαιζα βιολί.

Αυτή η επιλογή, που μου έδωσε πρώτος ο φίλος μου, ο γιατρός, μόλις έφτασα, ήταν πολύ σκληρή για εμένα, γιατί αναγκάστηκα να εγκαταλείψω όλους μας τους συγγενείς και να συνεργαστώ κατά κάποιον τρόπο με τους Ναζί. Ενώ δεν ήθελα, αναγκάστηκα, γιατί τους φοβόμουν.

Μακάρι να μη χρειαζόταν να διαλέξω ανάμεσα στην οικογένειά μου και στη ζωή. Έπρεπε να σας αποχωριστώ για πάντα και να ζήσω, παίζοντας βιολί. Το βιολί είναι που μου έδωσε στήριξη και κουράγιο εκείνες τις φρικτές μέρες. Ξέφευγα από την απάνθρωπη πραγματικότητα και ξεχνιόμουν λίγο με αυτόν τον τρόπο. Η μόνη παρήγορη σκέψη ήταν ότι βοηθούσα, ώστε να μην πεθάνει ο κόσμος δυστυχισμένος.

Τώρα ζω με μια άλλη γυναίκα που γνώρισα εκεί, αλλά να ξέρεις πως η καρδιά μου ανήκει πάντα σε εσένα…

Μακάρι να ζούσατε εσείς, που μου επιτρέψετε να ζήσω. Είμαι ευγνώμων σε εσάς, που μου χαρίσατε τη ζωή. Πραγματικά λυπάμαι και κλαίω, κάθε φορά που θυμάμαι εκείνη τη συζήτηση, τότε που αποφάσισα μαζί με εσάς να παίξω βιολί... Ήταν μέσα σε ένα δωμάτιο με άλλα είκοσι άτομα, νηστικά, που έκλαιγαν για τη μοίρα τους. Σας είπα ότι οι Γερμανοί ψάχνουν για βιολιστή να παίζει στα αδέρφια μας, στη διαδρομή προς τους θαλάμους. Στην αρχή, δεν ήθελα να δεχτώ, γιατί θα αποχωριζόμουν εσάς. Όμως εσείς με αγαπούσατε πολύ και μου αλλάξατε γνώμη, είχατε την απαίτηση να ζήσω. Μου είπατε ότι, αφού δεν μπορούσατε να ζήσετε, ας ζούσα εγώ... Εσύ, Λόρα, μου είπες: "Πρέπει να ζήσεις και να μας παίξεις βιολί, καθώς θα πηγαίνουμε στον θάνατο. Θέλω να ξέρω ότι θα είσαι ζωντανός." Έφυγα γεμάτος στεναχώρια και τύψεις, που δέχτηκα και άφησα εσένα και το παιδί μας εκεί.

Το ξέρω ότι φαίνομαι τρελός, που κάθομαι και μιλάω σε μια φωτογραφία, που μου έχει απομείνει από εσένα, γιατί ξέρω ότι η φωτογραφία δε θα μου μιλήσει ποτέ. Αλλά και μόνο που βλέπω την εικόνα σου, νομίζω ότι σε έχω μπροστά μου. Τρίβω τα μάτια μου, για να δω αν είσαι όντως μαζί μου και βλέπω ότι δεν είσαι εδώ, αλλά μόνο μέσα σε μια άψυχη μικρή κορνίζα». 

 

Ο άντρας είναι πια αποκαμωμένος. Η απόγνωση τον κάνει να παραλύει. Έχει χάσει τις φυσικές του δυνάμεις και πέφτει πάνω στο γραφείο, όπου βρίσκεται η φωτογραφία.

Η. Μ. - Α. Χ. - Π. Χ.







Εναλλακτικό φινάλε στην Οδύσσεια: 

Αν οι μνηστήρες ήθελαν να ορίζουν ως βασίλισσα μια υπηρέτρια;

Οι μνηστήρες, για να σκοτώσουν την Πηνελόπη, έπρεπε να σκεφτούν για ένα σχέδιο και αυτό έκαναν. Λοιπόν, σκέφτηκαν να βρουν πρώτα μια καινούρια βασίλισσα και κατέληξαν σε μια όμορφη υπηρέτρια. Το πλάνο τους ήταν να βγει η Πηνελόπη από το παλάτι και να μπουν μέσα στο δωμάτιό της, να κρυφτούν και όταν έρθει να την σκοτώσουν. Όμως δεν ήξεραν πως η Πηνελόπη ήταν πιο μπροστά από αυτούς. Η Πηνελόπη είχε πάει σε δυο μάντεις, που της είπαν για τον κίνδυνο που ερχόταν. Λέγονταν Θεουλύμενος και Ληώδης.

Μετά από αυτό πήγε η Πηνελόπη σε έναν αγελαδοβοσκό, τον Ειλοίτιο, και του ζήτησε να την ειδοποιήσει, όταν έρθουν οι μνηστήρες. Πήγε και στον Τηλέμαχο και του μίλησε για το σχέδιο των μνηστήρων και το δικό της. Ο Τηλέμαχος πήγε και πήρε στρατιώτες να τον βοηθήσουν να σκοτώσει τους μνηστήρες. Ο αγελαδοβοσκός ειδοποίησε τον Τηλέμαχο και τους στρατιώτες του, όταν μπήκαν οι μνηστήρες, Τότε εκείνοι κατάφεραν να τους σκοτώσουν όλους.

 Σ. Γ.


Η Πηνελόπη είναι μια πανέμορφη γυναίκα, ενώ η υπηρέτρια του παλατιού είναι απλή, αλλά και αυτή εξίσου όμορφη. Το σχέδιο είναι να μαζευτούν οι μισοί από τους μνηστήρες στη αριστερή πλευρά του παλατιού και οι άλλοι μισοί στην δεξιά. Πρώτα, έπρεπε οι δυο ομάδες που είχαν χωριστεί από τους μνηστήρες να στείλουν δύο μέσα στο παλάτι. Αυτοί οι δυο μνηστήρες θα έπρεπε να συναντηθούν, για να επιτεθούν στην Πηνελόπη. Ένας τρίτος μνηστήρας έπρεπε να είναι μέσα στο παλάτι, για να βλέπει το θέαμα και να δώσει εντολή να επιτεθούν και οι υπόλοιποι που ήταν έξω όλοι μαζί. Μόλις πήγαν να επιτεθούν στην Πηνελόπη, μπήκε ο Τηλέμαχος μαζί με την θέα Αθήνα, μεταμορφωμένη σε Μέντη, και σκότωσαν όλους τους μνηστήρες. Αφορμή ήταν η ομορφιά της υπηρέτριας.

Γ. Κ. 


Ύστερα από τόσο καιρό που οι μνηστήρες περιμένουν την Πηνελόπη να τελειώσει το υφαντό της, έχουν καταλάβει πια ότι τους κοροϊδεύει και απλά προσπαθεί να κερδίσει χρόνο. Έτσι, αποφασίζουν να τη σκοτώσουν και στη θέση της να βάλουν μια όμορφη και χαριτωμένη υπηρέτρια. Σε συνεργασία με την υπηρέτρια, καταφέρνουν να πετύχουν το σχέδιό τους και να βγάλουν απ' τη μέση την Πηνελόπη. Η υπηρέτρια γίνεται βασίλισσα της Ιθάκης και οι μνηστήρες μπορούν να τη χειριστούν, όπως θέλουν. Η μοίρα της Ιθάκης πέφτει στα χέρια τους και το μέλλον της προβλέπεται αβέβαιο. 

Χ. Σ. 

 

Αχ, έχω αρχίσει να πιστεύω πως δεν είμαι πια ούτε όμορφη ούτε έξυπνη! Πριν λίγες μέρες όλοι με κοιτούσαν, μου έκαναν ό,τι ήθελα ... Το θέμα είναι ότι τελικά δεν μου δίνουν καθόλου σημασία. Τώρα ασχολούνται μόνο με την υπηρέτρια του παλατιού, τη Μελανθώ, που είναι αρκετά νέα και πολύ έξυπνη, αλλά όπως και να έχει, εγώ είμαι η βασίλισσα, γι’ αυτό θα φωνάξω τους δυο μάντεις, τον Θεκλύμενο και τον Ληώδη, αλλά και τον αγελαδοβοσκό με τον χοιροβοσκό, τον Ειλίτιο και τον Εύμαιο, για να με βοηθήσουν, γιατί πιστεύω πως οι μνηστήρες θέλουν να με σκοτώσουν. 

Ζ. - Μ. Κ. 


- Αντίνοε, φτάνει πια. Περιμένουμε την Πηνελόπη εδώ και χρόνια, για να διαλέξει ποιον από εμάς θα παντρευτεί.

- Έχει δίκιο ο Ευρύμαχος, Αντίνοε. Πρέπει να τελειώνουμε με την Πηνελόπη. Δεν μπορώ να περιμένω άλλο.

-Υπομονή! Μην κάνετε σαν μωρά. Κι άμα πεθάνει; Ποια θα γίνει βασίλισα και ποιος βασιλιάς;

Με αυτά τα λόγια ο Αντίνοος σηκώθηκε από το τραπέζει, έβγαλε το σπαθί του και είπε: "Όποιος με εμποδίσει να πάρω τον θρόνο θα πεθάνει". Οι μνηστήρες σώπασαν... Κάποιοι σηκώθηκαν και έφυγαν. Οι υπόλοιποι άρχισαν μια αιμοβόρα μάχη. Ο μόνος που έζησε ήταν ο Αντίνοος. Το επόμενο βράδυ, ενώ κοιμόντουσαν οι φρουροί, έσπασε την πόρτα του δωματίου της Πηνελόπης και... της πήρε το κεφάλι. 

Το επόμενο πρωί, ανακοίνωσε ότι έναι ο νέος βασιλιάς και επικήρυξε τον Τηλέμαχο. Όμως η απληστία του δεν είχε χορτάσει, έτσι παντρεύτηκε την αγαπημένη του υπηρέτρια, τη Μελανθώ. Πέρασαν μήνες και ο Τηλέμαχος δεν είχε εμφανιστεί, έτσι ο Αντίνοος ανακοίνωσε πως, αν θέλει ο Τηλέμαχος, μπορεί να έλθει και να μονομαχήσει μαζί του για τον θρόνο. Έτσι κι έγινε. Ο Τηλέμαχος ήρθε. Αφού οι δύο αντίπαλοι ετοιμάστηκαν, η μάχη άρχισε... Χαρακιές και μαχαιριές. Φαινόταν πως κανένας δε νικούσε... Ώσπου μια κουκουβάγια έκατσε πάνω σ' ένα κλαδί ελιάς. Ο Τηλέμαχος τότε πήρε δύναμη κι έκοψε το κεφάλι του Αντίνοου. Ύστερα από όλα αυτά, οι Ιθακήσιοι τον δόξασαν και τον ευχαρίστησαν, που τους ελευθέρωσε.

Κ. Κ.


Στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία οι μνηστήρες θα ήθελαν να σκοτώσουν την Πηνελόπη και στη θέση της να κάνουν βασίλισσα μια υπηρέτρια του παλατιού, όλα θα εξελίσσονταν ακόμα χειρότερα, διότι η κατάσταση είναι ήδη περίπλοκη με την απουσία του Οδυσσέα. Αυτό το γεγονός θα δημιουργούσε μόνο περισσότερα προβλήματα. Οι μνηστήρες ιδιαίτερα θα το ήθελαν αυτό, διότι αν θα γυρνούσε ο  Οδυσσέας, δε θα το περίμενε και δε θα είχε την ενέργεια ούτε την αισιοδοξία να διώξει τους μνηστήρες απο το παλάτι. Μόνο η ιδέα να βλέπει στον θρόνο μια απο τις υπηρέτριές του να καταπατά την περιουσία του μαζί με τους μνηστήρες, θα ήταν γι' αυτόν ένα φρικτό όνειρο. Έτσι, οι μνηστήρες θα συνέχιζαν να σπαταλούν την ξένη περιουσίαχαρούμενοι χαρούμενοι.

Β. - Μ. Β.


Στην Ιθάκη, την εποχή κτά την οποία ο Οδυσσέας έλειπε στον πόλεμο της Τροίας, οι μνηστήρες είχαν αρχίσει να χάνουν την υπομονή τους. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, πίστευαν πως ο βασιλιάς ήταν πλέον νεκρός και έπρεπε να βρεθεί νέος ηγέτης για το νησί. Έτσι, αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.

Οι μνηστήρες συζητούσαν κρυφά και κατέληξαν σε ένα φοβερό σχέδιο. Αποφάσισαν να σκοτώσουν την Πηνελόπη, γιατί εκείνη αρνιόταν να διαλέξει κάποιον από αυτούς για άντρα. Στη θέση της, σκέφτηκαν να κάνουν βασίλισσα μια όμορφη υπηρέτρια του παλατιού, τη Μήδεια. Η Μήδεια ήταν φιλόδοξη και δέχτηκε την πρόταση, ελπίζοντας ότι θα ζήσει μια ζωή γεμάτη πλούτη και δόξα.

Το σχέδιο ήταν να οργανώσουν ένα μεγάλο συμπόσιο, στο οποίο θα δηλητηρίαζαν την Πηνελόπη. Όμως, κανείς δεν ήξερε ότι ο Οδυσσέας είχε επιστρέψει κρυφά στην Ιθάκη και παρακολουθούσε τις κινήσεις τους. Μαζί με τον γιο του, τον Τηλέμαχο, αποφάσισαν να δράσουν, για να σώσουν την Πηνελόπη και να τιμωρήσουν τους προδότες.

Τη νύχτα του συμποσίου, την ώρα που οι μνηστήρες έπιναν και πανηγύριζαν για την υποτιθέμενη νίκη τους, ο Οδυσσέας αποκαλύφθηκε. Με τη βοήθεια του Τηλέμαχου και μερικών πιστών υπηρετών, επιτέθηκε στους μνηστήρες. Η Μήδεια προσπάθησε να δικαιολογηθεί, αλλά ήταν αργά. Η Πηνελόπη σώθηκε και οι μνηστήρες εξοντώθηκαν.

Στο τέλος, η Ιθάκη ξαναβρήκε την ηρεμία της. Ο Οδυσσέας με την Πηνελόπη έμειναν ενωμένοι και η ιστορία αυτή έγινε παράδειγμα για το πώς η δικαιοσύνη και η πίστη στο σωστό πάντα νικούν τη φιλοδοξία και την προδοσία.

Κ. Α.


Οι μνηστήρες το σχεδίαζαν για καιρό, αλλά δείλιαζαν να το κάνουν, γιατί φοβόντουσαν μήπως τους έπιανε ο Τηλέμαχος. Περασε καιρός από τότε και οι μνηστήρες κατέληξαν σε ένα σχέδιο. Μια μέρα, μόλις η Πηνελόπη βγήκε από το δωμάτιο της, κάποιοι από τους μνηστήρες την πλησίασαν απο πίσω και πήγαν να την σκοτώσουν. Ώσπου εμφανίστηκε ο Οδυσσέας, έβγαλε το σπαθί του και άρχισε να τους σκοτώνει. Μόλις τους σκότωσε όλους, πηγε στην Πηνελόπη και της είπε πως δε θα πήγαινε πουθενά χωρίς εκείνη. 

Ο. Ζ.


Οι μνηστήρες ήθελαν να σκοτώσουν την Πηνελόπη και στη θέση της να κάνουν βασίλισσα μια υπηρέτρια του παλατιού. Ένα βράδυ, λοιπόν, αποφάσισαν να της στήσουνε καρτέρι και, καθώς πήγαινε στο δωμάτιό της, ένας μνηστήρας την περίμενε στην πόρτα. Ξαφνικά την άρπαξε και την έβαλε μέσα σε έναν σάκο. Μετά, την οδήγησε στο υπόγειο του παλατιού, όπου εμφανίστηκαν όλοι οι μνηστήρες. Ανάμεσά τους ήταν ο Ευρύμαχος και ο Αντίνοος, με μαχαίρια στα χέρια τους. Τότε έγινε η δολοφονία της. Δυστυχώς όλα έγιναν, όπως τα σχεδίαζαν, και βασίλισσα του παλατιού έγινε μια υπηρέτρια. Την παντρεύτηκε ένας από τους μνηστήρες. Όταν γύρισε ο Οδυσσέας, βρήκε σε άθλια κατάσταση το παλάτι.

Ε. Τ. 


-Αντίνοε, είμαστε οι σημαντικότεροι μνηστήρες, πρέπει εμείς να αποφασίσουμε τελικά τι θα κάνουμε!

-Καλά λες, Ευρύμαχε, δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση, θα καταστρώσουμε ένα σχέδιο, για να λήξει αυτή η κατάσταση μια και καλή και να πάρουμε στα χέρια μας επιτέλους την περιουσία του Τηλέμαχου.

-Ξέρεις κάτι, Αντίνοε, το σκέφτομαι εδώ και πολύ καιρό, η καλύτερη ιδέα που έχω είναι να σκοτώσουμε την Πηνελόπη. Μπορούμε να κάνουμε βασίλισσα μια υπηρέτρια του παλατιού και ένας από εμάς θα γίνει ο σύζυγός της.

-Έχεις απόλυτο δίκιο, Ευρύμαχε, έτσι θα καταφέρουμε επιτέλους αυτό που τόσο καιρό προσπαθούμε. Εφόσον αποφασίσαμε τελικά τι θα κάνουμε, πρέπει να σκεφτούμε και πώς θα την σκοτώσουμε.

-Αυτό, Αντίνοε, είναι το πιο εύκολο κομμάτι. Άκου άκου να σου πω και τι άλλο σκέφτηκα. Λοιπόν, το βράδυ που θα κοιμάται, θα μπω κρυφά στο δωμάτιό της και θα πάρω ένα μαχαίρι και θα τη σκοτώσω, χωρίς κανείς να το καταλάβει.

-Πολύ καλή ιδέα, Ευρύμαχε. Κοίτα τώρα τι σκέφτηκα εγώ. Θα πάω στην αγαπημένη υπηρέτρια της Πηνελοπης και θα την κάνω να συμφωνήσει να γίνει η βασίλισσα. Μετά, θα πάω στο παλάτι και θα πω, μιας και είναι η αγαπημένη υπηρέτρια της παλιάς μας βασίλισσας, ότι σίγουρα θα ήθελε η Πηνελόπη τη θέση της να την πάρει η αγαπημένη της υπηρέτρια. Αφού γίνει βασίλισσα, θα έχουμε ήδη προσυμφωνήσει να παντρευτεί εμένα και, μόλις παντρευτούμε, θα πάρω την περιουσία και θα την μοιραστούμε.

-Αυτά όλα όμως που είπες, Αντίνοε, πρέπει να τα κάνεις ένα-δυο μήνες μετά τον θάνατο της Πηνελοπης, έτσι ώστε να έχουν ξεπεράσει ήδη όλοι τον θάνατό της και να έχουν συνηθίσει την απώλειά της.

-Ώραια, το σχέδιο είναι έτοιμο. Ώρα να δράσουμε!

Μ. Τ. 


[...] Τότε είπε ο Αντινοος:

“Μνηστήρες μου, καλοί μου φίλοι, έχω να σας προτείνω κάτι. Εύχομαι να σας αρέσει, παρόλο που προσπαθούμε για το αντίθετο...”

Απορημένος ο Ευρύμαχος αναρωτιέται τι θα μπορούσε να τους πει ο Αντινοος.

“Η ιδέα μου λοιπόν είναι να σκοτώσουμε την Πηνελόπη και στη θέση της να βάλουμε τη Μελανθώ, που μας έχει βοηθήσει ήδη τόσο πολύ. Είμαι σίγουρος πως θα χαρεί τόσο η ίδια όσο και ο αδερφός της ο Μελάνθιος”

Τότε ο Αμφίμαχος είπε:

“Καλέ μου φίλε Αντίνοε, το σχέδιό σου είναι πολύ ωραίο, μα πώς θα το κάνουμε αυτό το πράγμα; Θα μας δυσκολέψει πάρα πολύ.”

“Μην ανησηχεις, Αμφίμαχε, και αν πείτε εσείς το ναι όλα θα γίνουν.”

Ύστερα από αρκετές ημέρες, ήρθε η ώρα να εφαρμόσουν το σχέδιό τους. Ένας μάντης όμως πολύ καλός και παιδικός φίλος του Οδυσσέα, τα μάντεψε όλα αυτά και πήγε να βρει τον Οδυσσέα. Την ώρα λοιπόν του σκοτωμού, λίγο πριν σκοτώσουν την Πηνελόπη, άνοιξαν οι πύλες του παλατιού και μπήκε μέσα ο πολυταξιδεμένος Οδυσσέας και, μόλις είδε το φριχτό θέαμα, έβγαλε τα βέλη του και σκότωσε όλους τους μνηστήρες. Κι από τότε ζούνε όλοι τους ευτυχισμένοι.

Μ. - Α. Μ.



Αυτόματη γραφή

                                                                                                                           Θεσσαλονίκη, 8/11/2024 

Αγαπημένο μου αρνάκι Α.,

Πέρασε αρκετός καιρός από τότε που έφυγα από εσένα, αρνάκι Ά., για δουλειά στο Πακιστάν. Έπρεπε να δείξω στα δάση του Πακιστάν την ισότητα και την ανισότητα τον ζώων. Η σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων ήταν τρομερή και οι φίλες μου, η λιονταρίνα Η. και η λιονταρίνα Ε. μού έλεγαν να μην πάω, εφόσον το παιδί αρνάκι Σ. μου ζητούσε να μείνω. Ήταν αρκετά μικρό και λαμπερό. Η νοικοκυρά λιονταρίνα Ε. μου έδωσε κάτι να τσιμπάω στον δρόμο, εφόσον ξέρει πόσο ανοργάνωτη είμαι. Το τηλέφωνο μου έσπασε και δυστυχώς μπορεί να μην ξαναδώ ποτέ την οικογένεια μου, τα αρνάκια και τις λιονταρίνες.

 Θα μου λείψετε, αντίο...

Α. Μ. 

                                                                                                              




Διαβάσαμε το μικροδιήγημα Ἀστε­ρά­κι στὸ μά­γου­λο της Μαρίας Νταλαούτη και φανταστήκαμε ότι, λίγες μέρες μετά την απόλυσή της, η ηρωίδα συναντά τη μητέρα του πλούσιου κοριτσιού τυχαία στον δρόμο ...

Αν η μητέρα του κοριτσιού έβλεπε την εργαζόμενη ηρωίδα, θα την κοιτούσε με άγριο και ειρωνικό βλέμμα, εφόσον όταν της έδωσε μια εντολή, εκείνη δεν έκανε αυτό που έπρεπε . Έτσι, αμέσως σκότωσε την εμπιστοσύνη της μητέρας. 

Όμως η αφηγήτρια θα μπορούσε να νιώθει πόνο στην ψυχή της, εφόσον το μικρό κοριτσάκι ήταν αυτό που της χάρισε μία δεύτερη ευκαιρία να νιώσει παιδί. Το κοριτσάκι ήταν ο άνθρωπος, ο οποίος έκανε την αφηγήτρια πραγματικά ευτυχισμένη. Βλέποντας όμως την αφηγήτρια με ένα άλλο κοριτσάκι, το οποίο είχε στα χέρια του μία απο τις αγαπημένες της παλιές κούκλες, ένιωσε προδοσία. 

Η ανιψιά μπορεί να είχε πολλές ερωτήσεις μετά την περίεργη συνάντηση. 

Η μητέρα, χωρίς να γνωρίζει τι πραγματικά ένιωθε η αφηγήτρια και από τι πέρασε στη ζωή της, ξεκίνησε να την κατηγορεί για ληστεία. 

Όμως η αφηγήτρια δεν ήθελε να κλέψει τις κούκλες, ήθελε απλώς να δει τι έχει μέσα η σακούλα την οποία της παρέδωσαν, για να την πετάξει. Βλέποντας λοιπόν τι είχε μέσα, πήρε την σακούλα, για να την χαρίσει στην ανιψιά της, στην οποία δεν τη δυνατότητα να χαρίσει κάτι λόγω οικονομική πίεσης. Αλλά η ίδια ήθελε να το πει στο αφεντικό της, διότι μία τόσο μικρή και απλή πράξη την ανάγκασε να νιώσει μεγάλη ευθύνη. Όπως και να είχε, θα το έλεγε στο αφεντικό της. 

Βλέποντας τη λοιπόν στο δρόμο, η μητέρα ένιωσε θυμό, γιατί σχημάτισε και πάλι μια λαθεμένη εικόνα για την αφηγήτρια. Η ίδια αισθάνθηκε υπεύθυνη γι' αυτό που έκανε, αλλά η μητέρα δεν της άφησε χρόνο ούτε καν να της εξηγήσει. Και κάπως έτσι η αφηγήτρια έχασε το πρώτο και πιο λαμπερό της αστέρι. Ένα αστέρι που ζωγράφισε στο μάγουλο ενός μικρού κοριτσιού, του μόνου που κατάφερε να τη μεταφέρει πίσω σε εκείνα τα χρόνια της ζωής της.

Α. Μ. 


Πλούσιο κοριτσάκι: Μαμά, να η κοπέλα που με κρατούσε παλιά στο σπίτι! Πάμε να την χαιρετήσουμε;

Μητέρα: Ναι! Άλλωστε, έρχονται προς τα εδώ. Γεια σας! Ήρθατε και εσείς σε αυτό το πάρκο;

Κοπέλα: Ναι, η ανιψιά μου ήθελε πολύ να την φέρω! Εσείς τι κάνετε;

Μητέρα: Καλά, ώστε αυτή είναι η ανιψιά σου, ε;

Κοπέλα: Ναι!

Ανιψιά: Γεια σας!

Μητέρα: Γεια σου!

Η μητέρα αντίκρισε τις δύο από τις τέσσερις κούκλες της κόρης της στο χέρι του μικρού κοριτσιού. Αμέσως, η κοπέλα – θεία, το κατάλαβε και είπε στην ανιψιά της και στο μικρό κοριτσάκι να πάνε να παίξουνε λίγο πιο δίπλα, για να μιλήσει στη μητέρα. Άρπαξε τις δύο μπάρμπι κούκλες από το χέρι της μικρής και τα δύο κοριτσάκια αμέσως έφυγαν.

Μητέρα: Ώστε έδωσες τις κούκλες της κόρης μου, που σου είπα να πετάξεις, στην ανιψιά σου.

Κοπέλα: Ναι... (με σκυμμένο το κεφάλι). Ξέρω πως έχετε θυμώσει, όμως σας έπαιρνα τηλέφωνο και δεν απαντούσατε. Θεώρησα πως δε σας πείραξε, τελικά, και δε θέλατε τις κούκλες πίσω.

Μητέρα: Φυσικά και δε θύμωσα! Έτσι κι αλλιώς, εγώ η ίδια σου είπα να πετάξεις της κούκλες, αφού ήξερα πως η κόρη μου δεν τις χρειάζονταν πια. Απλώς θα προτιμούσα να με ενημέρωνες πρώτα.

Κοπέλα: Βέβαια! Το καταλαβαίνω απόλυτα. Απλώς μόλις είδα αυτές τις κούκλες, που ήταν σχεδόν καινούργιες, ένιωσα ότι έπρεπε να τις πάω στην ανιψιά μου, που ποτέ δεν είχε τέτοιου είδους παιχνίδια στη ζωή της. Έτσι κι αλλιώς, εσείς είχατε πει πως δεν τις χρειαζόσασταν και έτσι της παρουσίασα τις κούκλες σαν δικό μου δώρο. Θέλετε να σας τις επιστρέψω;

Μητέρα:  Όχι. Ας μην χαλάσουμε το δώρο της μικρής και τη στεναχωρήσουμε. Δεν πειράζει.

Κοπέλα: Ευχαριστώ πολύ για την κατανόηση.

Αμέσως τα δύο κορίτσια γύρισαν. Η νεαρή κοπέλα αποχαιρέτησε το πλούσιο κοριτσάκι και τη μητέρα του και αποχώρησαν. Φεύγοντας, έδωσε τις κούκλες πάλι στην ανιψιά της. Ένιωθε πολύ χαρούμενη!

 Σ. Σ.


Μετά από μερικές εβδομάδες, τυχαία σε ένα μαγαζί, είδα το μικρό κοριτσάκι που με έκανε να ξαναζήσω την παιδική μου ηλικία. Με ένα μεγάλο χαμόγελο στο προσωπάκι της, έρχεται τρέχοντας και μ’αγκαλιάζει. Δεν περίμενα ότι θα την ξαναδώ ποτέ μου. Με ρώτησε πού ήμουν τόσο καιρό και γιατί δεν είχα πάει να την δω. Ήμουν έτοιμη να της απαντήσω, όταν είδα τη μαμά της και γρήγορα πήγα να της μιλήσω:
-Η μικρή με ρώτησε πού ήμουν τόσο καιρό και δεν ήξερα τι να τις πω, γιατί εσείς νομίζω ότι παρεξηγηθήκατε. Το μόνο που θέλω να σας πω είναι ότι τιης μέρες των Χριστουγέννων ένιωσα πολύ καλά με την μικρή και πραγματικά μου λείπει. Δεν ξέρω αν ο λόγος που με απολύσατε ήταν οι κούκλες, αλλά εγώ τις πήρα, όχι επειδή ήθελα να τις κλέψω... ήταν ολοκαίνουργιες και ποτέ μου δεν είχα την ευκαιρία να παίξω με κούκλες, όταν ήμουν μικρή...
-Εγώ δεν νομίζω ότι τις έκλεψες, αλλά ήθελα να δω αν θα έκανες αυτό που σου είπα, απάντησε η μαμά του κοριτσιού.
-Το ξέρω ότι δε σας άρεσε αυτό που έκανα, αλλά δε με αφήσατε να σας εξηγήσω. Είδα τις κούκλες και επειδή ήταν ολοκαίνουργιες, είπα να τις κάνω δώρο στην ανιψιά μου για τα Χριστούγεννα. Ηθελα να νιώσει χαρούμενη και όντως έτσι έγινε χάρη σε σας. Άμα δε με χρειαστείτε άλλο για την μικρή, τουλάχιστον καμιά φορά, όταν βγαίνετε μαζί της, μπορείτε να με πάρετε ένα τηλέφωνο να την δω, γιατί μου λείπει...
-Η αλήθεια είναι ότι και σε αυτήν λείπεις και, αν θες να ξαναγυρίσεις στη δουλειά, μπορείς να το κάνεις. Απο τότε που εφυγες, σε ψάχνει καιθε μέρα και νιώθει μοναξιά.»

Ύστερα από αυτό πήγα να αγκαλιάσω τη μικρη και, χωρίς να της πω τίποτα, άρχισα να κλαίω σαν μικρό παιδί μπροστά της από τη χαρά μου. Τωρα τη βλέπω κάθε μέρα και εχουμε γίνει δυο κολλητές στα μάτια της, αλλά στα δικά μου η σχέση μας είναι το πιο χρήσιμο πράγμα στη ζωή μου... 

Ν. Μ. 


Η ηρωίδα παίρνει την ανιψιά της για μια βόλτα στο πάρκο και συναντάει τη μαμά με την κόρη της. Οι δύο γυναίκες κοιτάζονται και ξανακοιτάζονται:

ΗΡΩΙΔΑ: Καλημέρα!

ΜΑΜΑ: Πώς μπορείς και συμπεριφέρεσαι, σαν να μην έγινε τίποτα;

Η κόρη τρέχει και αγκαλιάζει την ηρωίδα λέγοντας: 

ΚΟΡΗ: Χριστίνα, μου έλειψες, πότε θα έρθεις να παίξουμε ξανά;

ΗΡΩΙΔΑ: Κι εμένα μου έλειψες, μικρή μου, αλλά δεν ξέρω αν θα ξαναπαίξουμε.

Τα δύο κοριτσάκια κοιτιούνται και αποφασίζουν να πάνε να παίξουνε με τις κούκλες τους.

ΗΡΩΙΔΑ: Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για ό,τι έγινε και, αν με αφήσεις να σου εξηγήσω, πιστεύω ότι θα καταλάβεις.

ΜΑΜΑ: Να μου εξηγήσεις τι ακριβώς; ότι με εξαπάτησες;

Εκεινη την στιγμή έρχεται η κόρη της και της λέει:

ΚΟΡΗ: Μαμά, κοίτα! Η ανιψιά της Χριστίνας έχει τις ίδιες κούκλες που είχα κι εγώ.

ΜΑΜΑ: Τι;! Αλήθεια;

ΗΡΩΙΔΑ: Ναι, αυτός είναι ο λόγος, που δεν πέταξα τις κούκλες.

ΜΑΜΑ: Μάλλον εγώ είμαι αυτή που θα έπρεπε να ζητήσει συγνώμη.

Και έτσι οι δύο γυναίκες συμφιλιώθηκαν.

Ε. Β.



Ψαράς χωρίς ποτάμι: μπλέκοντας ένα παραδοσιακό παραμύθι με τη Χάιντι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι, πολύ φτωχό, που ζούσε σ΄ένα χωριουδάκι στα βουνά. Σ΄αυτό το χωριό δεν υπήρχαν ποτάμια, αλλά πολλοί ψαράδες. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι ψαράδες δεν είχαν δουλειά. 

Δύο απ΄αυτούς τους ήταν ο παπούς της και ο αδερφός της Χάιντι. Μέσα σε έναν χρόνο είχαν γίνει πολλες αλλαγές στην ζωή της ηρωίδας, καθώς ο παπούς της είχε αρρωστήσει βαριά και ο μόνος που δούλευε στην οικογένεια ήταν ο αδερφός της. 

Η Χάιντι, εφόσον ήταν έφηβη, σκεφτόταν αλλιώς, δηλαδή πάντα διερωτόνταν γιατί όλα αυτά συμβαίνουν στην ίδα και όχι σε κάποιον άλλον... Έτσι ξεκίνησε να ζητά απ΄τον θεό να δημιουργήσει ένα μικρό έστω  ποταμάκι με πολλά ψαράκια, και με αυτές της ευχές και σκέψεις αποκοιμήθηκε. 

Την επόμενη μέρα, η μικρή Χάιντι ξυπνά από φωνές, οι οποίες ακούγονταν απ΄έξω. Ανοίγει τα μάτια της, σηκώνεται και τι να δει; ένα ποτάμι, το οποίο δημιουργήθηκε δίπλα στο σπιτικό της. Η χαρά της ήταν τόσο μεγάλη, που έτρεξε προς το ποτάμι. Αμέσως είδε την ευτυχία του παπού της, ο οποίος ήταν χαρούμενος για τον λόγο ότι η Χάιντι δε θα πεινάει πια. 

Τα χρόνια περνούσαν σαν νερό, η Χάιντι είχε ό,τι επιθυμούσε, με το ποτάμι γίνανε οι πιο πλούσιοι και οι πιο διάσημοι. Όλα στη ζωή της ήταν σαν παραμύθι, αλλά ποτέ δεν είναι αργά, για να αλλάξει η ζωή σου και να γυρίσει ανάποδα. 

Μια μέρα, η Χάιντι ξυπνα και βλέπει ότι το ποτάμι πια δεν υπάρχει - και το χειρότερο; Όλα όσα είχε εξαφανίστηκαν! Από τις δυσκολίες στο χωριό τους, με το εξαφανισμένο τους πλούσιο σε ψάρια, αν και μικρό, ποταμάκι ψάχνει καινούργια δουλειά, σε διαφορετικά χωριά και περιοχές...

Πάντως η Χάιντι δεν μπορούσε να κατηγορήσει κανέναν εκτός απ΄τον εαυτό της. Τα χρόνια περνούσαν, η Χάιντι μεγάλωνε, μέχρι που ο αδερφός της έφυγε ξαφνικά και δεν ξαναγύρισε. Τότε η Χάιντι κατάλαβε ότι δεν μπορεί να πάρει κανείς τίποτε, χωρίς να προσπαθήσει, κι άμα το αποκτήσει, πρέπει να το εκτιμά. Μα όταν το κατάλαβε η Χάιντι, ήταν πολύ αργά. Έχασε τον αδερφό της για πάντα, αλλά πήρε το πιο μεγάλο μάθημα της ζωής της. 

Α. Μ.




"Ένας άνθρωπος σε ένα χωριό" του Κ. Παλαμά


Αν ήμουν ο δάσκαλος στο παραμύθι του Κ. Παλαμά, τι θα έλεγα στους πολίτες του χωριού; 

Αν μπορούσα να πω την άποψή μου στους πολίτες αυτού του μελαγχολικού χωριού, θα τους καλούσα σε έναν περίπατο στο πιο ψηλό βουνό αυτού του χωριού. Από εκεί θα έβλεπαν τις μεγάλες διαφορές και πως ο αφέντης-τσιφλικάς τους εκμεταλλεύεται, εμποδίζοντάς τους από το να δουν την πρασινάδα και τους ωκεανούς, εφόσον εκείνος τα άρπαζε όλα.

Αν ήμουν ο δάσκαλος, θα ήθελα να πω στους ανθρώπους πως ο τσιφλικάς απλά εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους του χωριού, εφόσον από ψηλά, στην κορυφή του βουνού, το χωριό φαίνεται να είναι εναντίον της ηγεσίας του Τσιφλικά. Ο Τσιφλικάς εκμεταλλεύεται τους χωριανούς με πολύ πονηρό τρόπο, όπως στη δουλειά, γιατί τα κέρδη καταλήγουν στον ίδιο. 

Επίσης, δε μου αρέσει ο περιορισμός της σκέψης των πολιτών, καθώς ο Τσιφλικάς καταπιέζει τους χωριανούς, για να πειστούν ότι αυτός είναι ο θεός τους. Περιορίζει την ευτυχία των πολιτών, στερώντας τους την πρασινάδα και την προσωπική τους χαρά. Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω πως τον κόσμο δεν χρειάζεται να τον χωρίζεις σε διάφορα κομμάτια, εφόσον κάθε άνθρωπος θέλει να βλέπει και ωκεανό και γρασίδι.

Α. Μ. 


Αν ήμουν ο Τσιφλικάς, τι θα έλεγα στον δάσκαλο;

Έμαθα ότι πήγες τους χωρικούς για βόλτα στο χωριό, για να το δουν από ψηλά και μάλιστα ότι τους είπες πως εγώ φταίω που δουλεύουν σκληρά και ότι τάχα τους εκμεταλεύομαι. Θέλω να ξέρεις, εσύ και όλοι οι κάτοικοι αυτού του χωριού, ότι δεν κάνω τίποτα με κακή πρόθεση. Αγαπώ ξεχωριστά καθένα από τους χωρικούς και, φυσικά, δεν προσπαθώ να τους κουράσω επίτηδες ούτε να φερθώ άσχημα ή εγωιστικά απέναντί τους.

Σ. Σ. 





Η αξία της ζωής του Χόρχε Μπουκάι


     Ο νεαρός αφού πήρε το μάθημά, που τόσο καιρό έψαχνε, άλλαξε ολοκληρωτικά. Άρχισε να περπατάει καμαρωτός στους δρόμους, χωρίς να τον ενδιαφέρει πια τι μπορεί να έλεγαν οι άνθρωποι για αυτόν. Ακόμα, όταν έβλεπε ανθρώπους που του θύμιζαν τον παλιό του εαυτό, πήγαινε και τους μιλούσε. Τους διηγούνταν την ιστορία με το δάσκαλο. Ήθελε να μοιραστεί και με άλλους ανθρώπους, που είχαν ανάγκη την βοήθεια και την υποστήριξη κάποιου, το ηθικό δίδαγμα που πήρε, όταν και εκείνος βρισκόταν στην ίδια κατάσταση. Τώρα πια χαίρεται βλέποντας τον εαυτό του στον καθρέφτη, γιατί ξέρει πόσο πραγματικά αξίζει!

Ε. - Θ. Χ.






Ιστορίες με ομόρριζα αρχαίων ελληνικών λέξεων

Χτες το απόγευμα βγήκαμε με τη μαμά μου να κάνουμε κάποιες δουλείες. Πρώτα, πήγαμε να πάρουμε το αυτοκίνητό μας από το συνεργείο, όπου το είχαμε πάει για ζυγοστάθμιση. Έπειτα, πήγαμε στο φαρμακείο, για να πάρουμε βιταμίνες και ανέβηκα στη ζυγαριά για τη ζύγισή μου. Εκεί η μαμά μου συνάντησε μια φίλη της, που της είπε ότι πήρε διαζύγιο, γιατί η συζυγική ζωή της ήταν άσχημη. Μάλιστα, της είπε ότι το διαζευκτήριο είχε βγει πολύ γρήγορα. Στο τέλος, παραπονέθηκε ότι η ζωή του διαζευγμένου ανθρώπου είναι δύσκολη.

Π. Π.


Ο οινοπότης και ποτοποιός, γνωστός για τις εξαιρετικές του παρασκευές, είχε γίνει διάσημος στην περιοχή. Παρά την πιεστική πρόποση που έκανε στους πελάτες του, υπήρχαν φήμες πως κάποιες φορές έδειχνε πιωμένος. Η ποτοαπαγόρευση της εποχής δυσχέραινε τη δουλειά του, αλλά εκείνος συνέχιζε να φτιάχνει τα αγαπημένα του ποτά, παρά τους περιορισμούς.

Γ. Μ. 


Ήταν κάποτε ένας ζευγάς, που ζευγάρωνε τους ζευκτήριους ανθρώπους κι έτσι δημιουργούσε πολλά ζευγάρια. Το σύζευγμα ήταν πάντα καλό. Κάποτε μόλις ένα ζευγάρι έφτασε στο σπίτι τους, εφόσον τους ζευγάρωσε ο ζευγάς βρήκαν στην πόρτα του σπιτιού ένα ζύγαστρο. Πήραν το ζύγαστρο και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Λέει ο σύζυγος: «Ήρθε η ώρα της ζύγισης». Συμφώνησε και η σύζυγος. Μόλις τελείωσαν το ζύγισμα, ανακάλυψαν πως το ζύγαστρο ήταν 100 κιλά. Το άνοιξαν επιτέλους και μέσα βρήκαν του κόσμου το χρυσό κι ένα γράμμα. Το γράμμα αυτό έλεγε τα εξής: «Εσείς οι δύο πρέπει να πάρετε άμεσα διαζύγιο. Μοιραστείτε τον χρυσό που βρίσκεται μέσα στο ζύγαστρο και μείνετε μακριά ο ένας από τον άλλον. Αν δεν το κάνετε αυτό, ο χρυσός θα εξαφανιστεί». Το ζευγάρι συζήτησε και αποφάσισαν να μην πάρουν διαζύγιο. Ο χρυσός όντως εξαφανίστηκε, αλλά αυτοί ζήσανε για την υπόλοιπη ζωή τους ευτυχισμένοι.

Μ. Τ. 


Στο χωριό, κάθε χρόνο, οι αγρότες έκαναν το ζέψιμο των ζώων τους. Ο πιο έμπειρος ζευγάς ήταν αυτός που ζευγαρώνει τα άλογα, για να βρουν το σωστό ταίρι. Χρησιμοποιούσαν μια μεγάλη ζυγαριά, για να ζυγίσουν τα ζώα και να δουν ποια ήταν πιο δυνατά, για να δουλέψουν στο χωράφι. Ο ζευγάς ήξερε ότι δύο άλογα ήταν έτοιμα για το ζευγάρωμα. Έκανε το ζύγισμα, για να είναι σίγουρος και στη συνέχεια τα έβαλε μαζί. Τα άλογα ζευγάρωσαν και όλα πήγαν καλά.

Χ. Σ. 


Ο Νίκος, ένας έμπειρος οδηγός ταξί, εργαζόταν για πολλά χρόνια στην πόλη. Μια νύχτα, ωστόσο, η βάρδια του πήρε μια απρόσμενη τροπή. Είχε μόλις αφήσει έναν ξεναγό σε ένα ξενοδοχείο, όταν το ραδιόφωνο ανέφερε μια περίεργη είδηση: μια αγέλη λύκων είχε εμφανιστεί απροσδόκητα στο δάσος έξω από την πόλη, προκαλώντας ανησυχία στους κατοίκους.

Την ίδια ώρα, ο Στέφανος, ένας παθιασμένος κυνηγός, άκουσε την είδηση και αποφάσισε να πάει στο δάσος, για να ερευνήσει. Δεν του άρεσε η ιδέα να κυκλοφορούν άγρια ζώα τόσο κοντά στον οικισμό. Στο μεταξύ, ο Γιώργος, ένας σοβαρός παιδαγωγός, ανησυχούσε για την ασφάλεια των μαθητών του, καθώς το σχολείο τους βρισκόταν στην άκρη της πόλης.

Ο υπολοχαγός Δημήτρης ή ο λοχαγός, όπως όλοι τον φώναζαν, έλαβε εντολή να οργανώσει ένα άγημα στρατιωτών, για να περιπολήσουν στην περιοχή. Η αγωνία όλων ήταν μεγάλη, καθώς υπήρχαν φήμες πως τα ζώα δεν ήταν συνηθισμένοι λύκοι, αλλά κάτι πιο επικίνδυνο.

Καθώς η έρευνα συνεχιζόταν, ανακάλυψαν πως το πρόβλημα προερχόταν από έναν χαλασμένο αγωγό εργοστασίου, που άφηνε μια περίεργη ουσία να διαρρέει στο δάσος. Η ουσία αυτή φαινόταν να επηρεάζει τη συμπεριφορά των ζώων. Ο διευθυντής του εργοστασίου προσπάθησε να δικαιολογηθεί, λέγοντας πως το πρόβλημα προκλήθηκε από κάποιο λάθος στη διαδικασία παραγωγής.

Ύστερα από αρκετές ώρες έντασης, οι στρατιώτες κατάφεραν να οδηγήσουν την αγέλη πίσω στο φυσικό της περιβάλλον και το εργοστάσιο ανέλαβε την ευθύνη να διορθώσει τη διαρροή. Η πόλη ηρέμησε ξανά, αλλά ο Νίκος, ο οδηγός, σκεφτόταν ακόμα το μυστήριο: Τι θα συνέβαινε, αν η ουσία αυτή είχε επηρεάσει όχι μόνο τα ζώα, αλλά και τους ανθρώπους;


Γ. Ι. 


Ο πλοηγός του λιμανιού καθοδηγούσε με προσοχή το μεγάλο επιβατηγό και οχηματαγωγό πλοίο, το οποίο μετέφερε εκατοντάδες επιβάτες και βαριά φορτηγά. Ανάμεσα στους ταξιδιώτες ήταν κι ένας έμπειρος αγωγιάτης, που θυμόταν τις παλιές εποχές, όταν η μεταφορά γινόταν με άμαξες. Καθώς το πλοίο έπλεε, ένας δάσκαλος, που εργαζόταν σε ένα παρθεναγωγείο, μιλούσε με έναν νηπιαγωγό για τη σημασία της σωστής αγωγής των παιδιών. Στο μεταξύ, ένας ηλεκτρολόγος εξηγούσε σε έναν συνταξιδιώτη του την έννοια της αγωγιμότητας των μετάλλων, ενώ μια ηλικιωμένη κυρία διάβαζε το συναξάρι των αγίων της ημέρας, αντλώντας έμπνευση από τις διδαχές τους.


Σ. Κ. 


Στο τέλος της σχολικής χρονιάς οργανώσαμε εκδρομή, για να δούμε όλοι μαζί τον τελικό αγώνα του μπάσκετ στην Αθήνα. Μας συνόδευσαν δύο παιδαγωγοί. Εκτός από τον αγώνα, πήγαμε στην Ακρόπολη με ξεναγό. Ο οδηγός του λεωφορείου ήταν πολύ καλός, γιατί μας άφησε να ακούσουμε μουσική. Η ομάδα μας αγωνίστηκε επάξια και κέρδισε στο σχολικό αγώνισμα του πανελλήνιου τουρνουά.Υπήρχαν και κυνηγοί ταλέντων κι έτσι πολλά παιδιά θα παίξουν σε άλλες ομάδες του χρόνου. Ήταν μια αξέχαστη εμπειρία.

Κ. Κ. 


Σε ένα αρχοντικό συμπόσιο, ένας οινόφιλος έφερε ένα εξαιρετικό κρασί. Όλοι γέμισαν τα ποτήρια τους εκτός από έναν που ζήτησε ένα νεροπότηρο. 

"Ποιος δεν πίνει σε τέτοια περίσταση;", ρώτησε ο οινόφιλος. 

Ο άλλος γέλασε και είπε: "Εγώ είμαι νεροπότηρο, φίλε μου!" 

Εντωμεταξύ ένας άλλος γνωστός πότης έπινε ήδη το τρίτο του ηδύποτο. Ένας άλλος, που ήταν πολύ πιωμένος, σχολίασε: "Ευτυχώς που δεν ζούμε σε εποχές ποταπαγόρευσης!"

Μια άλλη τον διέκοψε και είπε: "Κατάλαβε ότι τα ποτά είναι για απόλαυση, όχι για υπερβολή."

Έτσι, πρωτοτυπώντας, όλοι αποφάσισαν να πιουν μόνο με νεροπότηρο κάτι πόσιμο προς τιμήν του.

Γ. Κ. 


Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μεγάλο συμπόσιο μαζεύτηκαν οι καλύτεροι φίλοι, για να γιορτάσουν την τέχνη της οινοποσίας. Ο πιο έμπειρος πότης, κρατώντας το αγαπημένο του ποτήρι, έκανε μια πρόποση εις υγείαν όλων. Το πότισμα του κρασιού στις κούπες συνοδευόταν από χαμόγελα και τραγούδια, ενώ ο ήχος από την κατάποση γινόταν μουσική. Ο οικοδεσπότης με τη σειρά του ανέφερε την αξία του πόσιμου νερού υπενθυμίζοντας τη σοφια της πόσεως. Ολόγυρα τα τραπέζια γέμιζαν με γλυκά και ηδύποτα και το κλίμα ήταν γεμάτο χαρά. Το βράδυ κύλησε σαν πότος με φίλους και καλό κρασί. 

Ζ. - Μ. Κ. 


Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας ποτοποιός που είχε πάει σε ένα club τα ξημερώματα. Αυτός σκεφτόταν τι να πιει και, όταν αποφάσισε, παράγγειλε ένα ηδύποτο . Όταν λοιπόν του ήρθε το ποτό, είπε στους φίλους του: "Το καταπίνω", πίνοντάς το με μια γουλιά. Μετά, ήθελε να φύγει, αλλά δεν μπορούσε να μπει σε ταξί, διότι ήταν πιωμένος και είχε πιει πολλά ποτήρια, οπότε πλησίασε έναν άνθρωπο που ασχολιόταν με το πότισμα του κήπου. Όταν τον πλησίασε, είδε ότι είναι και αυτός πιόμα, αν και πότιζε τα λουλούδια. Τότε εκείνος ρώτησε τον άλλον αν είναι πόσιμο το νερό με το οποίο πότιζε τα λουλούδια. Να πω πω την αλήθεια, δεν έπρεπε να το ρωτήσει, γιατί δεν καταλάβαινε τίποτα, αφού θα ήταν προφανώς πιώμα. Μετά, πήρε ένα ταξί στο οποίο ίσχυε η ποτοαπαγόρευση και ο ταξιτζής τον έδιωξε, οπότε έμεινε στον δρόμο μόνος του.

Σ. Γ.


Στην αρχαιότητα, τα συμπόσια ήταν δείπνα, στα οποία οι προσκεκλκημένοι δεν πήγαιναν, για να πιούν ή για να φάνε μόνο, αλλά κυρίως για να συζητήσουν πάνω σε διάφορα θέματα. Το ποτό ήταν κυρίως κρασί νερωμένο. Άρα, δεν έφευγε κανείς πιωμένος, αλλά απολάμβανε την οινοποσία, σαν να έπινε ένα ηδύποτο. Αυτό τους προκαλούσε ευχάριστη διάθεση για διάλογο και επικοινωνία, χωρίς να είναι επικεντρωμένοι στην οινοποσία. Ενδιάμεσα, η υδροποσία καθόριζε τον οργανισμό απο το αλκοόλ. Σε αντίθεση με την σύγχρονη εποχή, κατά την οποία οι συγκεντρώσεις είναι ευκαιρία για πιόμα και αυτό  φαίνεται απο τις συχνές προπόσεις. 

Β. - Μ. Β.


Ο Χρήστος αποφάσισε να βγάλει την παρέα του, για να τους κεράσει για την απόκτηση του πτυχίου του. Κάλεσε την παρέα του σε ένα μαγαζί που λεγόταν ''Οινοποσία''. Σε αυτό το κατάστημα σέρβιραν ποτά, ηδύποτα και φαγητό. Στο συμπόσιο άρχισαν από νωρίς οι προπόσεις με τσούγκρισμα ποτηριών και άφθονες καταπόσεις. Ο πότος διήρκεσε τρείς ώρες, με αποτέλεσμα η πλειοψηφία των συμποτών να καταλήξει πιωμένη. Ευτυχώς, οι οδηγοί της παρέας ήταν υδροπότες, για να μπορούν να οδηγήσουν στην επιστροφή. Την επόμενη ημέρα οι πότες ορκίστηκαν να μην καταπιούν ο,τιδήποτε πόσιμο εκτός νερού. Έτσι οδηγήθηκαν στην προσωπκή τους ποτοαπαγόρευση!

Δ. Κ. 


Κάποτε το 1932 ζούσαν δυο αδέρφια, ο Γιάννης και ο Νίκος.  Ο Γιάννης ήταν άνεργος για τρία χρόνια και ο Νίκος ήτανε ποτοποιός. Τα ποτά του Νίκου ήταν πολύ ωραία, αλλά δεν είχε βρει ακόμα κάποιον δοκιμαστή. Έτσι, ο δοκιμαστής, δηλαδή ο πότης, ήταν ο Γιάννης. Το αγαπημένο ποτό του Γιάννη ήταν το ηδύποτο. Ο Γιάννης όμως, επειδή ήταν κάθε μέρα πολύ πιωμένος, έπαθε μια κατάπτωση. Τότε σε ένα οικογενειακό συμπόσιο, μόλις πήγε να κάνει μια πρόποση και σήκωσε ψηλά το ποτήρι του, λιποθύμησε και έπαθε καρδιακή ανακοπή. Εν τέλει, για τα ποτά του Νίκου ίσχυσε ποτοαπαγόρευση.

Μ. - Α. Μ. 


Έναν καιρό, σε ένα βασίλειο, υπήρχε ένας συμπότης που διοργάνωνε μεγάλες γιορτές. Οι καλεσμένοι απολάμβαναν την πόση με τα πιο εκλεκτά ποτά. Όλοι οι πότες συγκεντρώνονταν γύρω από το τραπέζι, όπου το ποτόν έρρεε άφθονο, και το πώμα από τα βαρέλια πετούσε στον αέρα.

Καθώς ο ποτισμός των αμπελιών γινόταν με φροντίδα, ο οινοπότης παρουσίαζε τα πιο νόστιμα ήδύποτα. Οι προσκεκλημένοι, με χαμόγελα στα πρόσωπά τους, απολάμβαναν κάθε γουλιά και η πόσις γινόταν γιορτή. Το συμπόσιον ήταν γεμάτο γέλια και ιστορίες, ενώ η άμπωτις του φεγγαριού φώτιζε τη νύχτα. Έτσι, η μαγεία του κρασιού συνέχιζε να ζει για πάντα. 

Σ. Λ.


Μια φορά κι έναν καιρό, δίπλα σε έναν μεγάλο ποταμό, ζούσε ένας γίγαντας που τον έλεγαν Υδροπότη. Ο γίγαντας αγαπούσε πολύ το νερό και κάθε μέρα πήγαινε στον ποταμό, για να γεμίσει το τεράστιο ποτήρι του. Έπινε τόσο πολύ, που κανένας δεν μπορούσε να τον σταματήσει.

Μια μέρα, ένας σοφός γέρος τον πλησίασε. Του είπε: «Αν συνεχίσεις να πίνεις τόσο πολύ, ο ποταμός θα στερέψει και οι άνθρωποι δε θα έχουν νερό. Είσαι σαν μια άμπωτη που παίρνει ό,τι έχει η θάλασσα!» Ο γίγαντας κατάλαβε τι του είπε ο γέρος και αποφάσισε να πίνει λιγότερο.

Από τότε, έπινε μόνο όσο χρειαζόταν, και ο ποταμός έγινε ξανά καθαρός και γεμάτος. Όλοι στο χωριό τον ευχαριστούσαν και τον έλεγαν «ο σοφός Υδροπότης». Έμαθαν πως, όπως το ποτό θέλει μέτρο, έτσι και η φύση χρειάζεται σεβασμό.

Κ. Α. 


Η Λένα είχε μια ιδιαίτερη φωνή που μαγνήτιζε όποιον την άκουγε. Με την ευφωνία της, μπορούσε να φέρει αρμονία ακόμα και στις διαφωνίες. Κάθε φορά που τραγουδούσε, η μεγαλοφωνία της γέμιζε τον χώρο, με μια πολυφωνία ήχων που θύμιζε μελωδία της φύσης. Ήταν τόσο καλλίφωνη, που όλοι έμεναν εκστασιασμένοι από τη συμφωνία των ήχων της. Σαν να είχε μελετήσει την φωνολογία της φύσης, η φωνή της γινόταν ένα με τον κόσμο γύρω της.

Ε. Π. 


Χθες, όταν όλο το σχολείο ήταν στο προαύλιο, ένας μεγαλόφωνος και φωνακλάς καθηγητής μάς φώναξε από το μεγάφωνο: "Όλοι οι καλλίφωνοι κι όχι οι κακόφωνοι μαθητές, πηγαίνετε στην καθηγήτρια της μουσικής, γιατί θέλει να σας μιλήσει για κάτι". 

Τη στιγμή εκείνη, οι καθηγητές έκαναν συνέλευση κι όλοι συμφώνησαν να χρησιμοποιούν μόνο οι μικρόφωνοι καθηγητές το μεγάφωνο, καθώς ο ήχος που δημιουργήθηκε ήταν πολύ ενοχλητικός. Βεβαια, ο μόνος καθηγητής που διαφώνησε με την απόφαση αυτή ήταν ο καθηγητής που μας φώναζε πριν λίγο με το μεγάφωνο ...

Μ. Τ. 


Η γιορτή του ωδείου θα ξεκινούσε στις έξι το απόγευμα. Τα μικρόφωνα είχαν στηθεί από το πρωί για την πρόβα. Μαζευτήκαμε όλοι στην ώρα μας και αρχίσαμε την τελική προετοιμασία. Έγιναν πολλές διακοπές κατά τη διάρκειά της. Κάποιες παραφωνίες, κάποια μεγάφωνα που τρίζουν, οι φωνακλάδες και μεγαλόφωνοι που κάλυπταν τους μικρόφωνους, δημιουργούσαν διάφορα προβλήματα. Ο μαέστρος αναγκάζονταν να διακόπτει συνεχώς και να φωνάζει, ώστε να βελτιωθούν και να προσέξουν όλοι. Το τελικό αποτέλεσμα όμως βγήκε καλό. Η ώρα πλησίαζε και ο κόσμος άρχιζε να σχηματίζει ουρά στην είσοδο, δίπλα στο παλιό γραμμόφωνο που στόλιζε το ωδείο. Όταν όλοι κάθισαν στις θέσεις τους, τα φώτα χαμήλωσαν και οι προβολείς στη σκηνή άναψαν, φωτίζοντας την πολυφωνική χορωδία και την εξαιρετική ορχήστρα. Ο μαέστρος έδωσε το σύνθημα και η συναυλία άρχισε. Το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο! Όλοι έμειναν άφωνοι και δε σταμάτησαν να χειροκροτούν. Ήταν μια υπέροχη βραδιά που θα μείνει αξέχαστη!


Χ. Σ. 





Ιστορία με δυσάρεστο τέλος

 Όταν ήμουν στο σχολείο είχα μια αγάπη, η οποία τελείωσε χειρότερα απ' ότι περίμενα. Αυτή η αγάπη δεν ήταν σταθερή αλλά ούτε σίγουρη, ο ένας ήθελε μια σταθερή και δυνατή αγάπη, ενώ ο άλλος ήθελε να περάσει τον χρόνο του με κάποιον. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν τόσο διαφορετικοί, που ο ένας ήθελε να νιώσει αγάπη και έκανε τα πάντα γι’ αυτό, ενώ ο άλλος δεν είχε ούτε τα ελάχιστα συναισθήματα. Ήμουν αρκετά ερωτευμένη και μπορώ να πω πως αυτός ο άνθρωπος πήρε το τίτλο ''η πρώτη μου αγάπη''. Προσπαθούσα να κάνω τα πάντα, για να κερδίσω έστω και λίγο προσοχή, ενώ ο αγαπημένος μου έκανε τα πάντα, για να αποφύγει την ''άρρωστη'' για τότε αγάπη μου.

Ήταν τόσο δύσκολο να αγαπάς κάποιον που είτε δεν ένιωθε τα ίδια συναισθήματα για εσένα είτε, άμα ένιωθε κάτι, επέμενε να μην το δείχνει. Να του λες πόσο τον αγαπάς και αυτός να μην μπορεί να απαντήσει κάτι, εφόσον δεν σε αγάπησε ποτέ. Το μόνο που έκανα ήταν να συνεχίσω δίνοντας ψεύτικες ευκαιρίες.

Δεν μπόρεσα να ξεχάσω αυτόν τον άνθρωπο μέχρι τώρα, εγγονούλα μου, να είσαι προσεκτική στην πρώτη σου αγάπη, εφόσον μια τόσο ακίνδυνη και καλή λέξη μπορεί να σε σκοτώσει...

 Α. Μ.


Ξαφνικός καυγάς 

Αγαπητό ημερολόγιο,

Σήμερα μπλέχτηκα σε έναν μεγάλο καυγά. Αλλά ας τα πάρω από την αρχή. 

Σήμερα στο δεύτερο διάλειμμα δύο πολύ καλές μου φίλες μάλωναν. Όταν πήγα να τους ρωτήσω γιατί έκαναν τόση φασαρία, η μία μου είπε πως είχαν κανονίσει να πάνε μαζί να δούνε μία καινούργια ταινία, όμως η άλλη την έστησε και την άφησε να περιμένει εκεί για ώρες και, επίσης, να χάσει την ταινία που ανυπομονούσε να δει. 

Ύστερα από λίγες μέρες, η κοπέλα που είχε χάσει την ταινία έμαθε από μία φωτογραφία που ανέβασε το άλλο κορίτσι σε κάποιο από τα κοινωνικά δίκτυα ότι, ενόσω την περίμενε έξω από το σινεμά, εκείνη είχε πάει σε ένα άλλο πάρτι όπου είχαν καλέσει μόνο εκείνη. 

Μόλις το έμαθα αυτό, πήρα αμέσως το μέρος της φίλης μου, που περίμενε ανήμπορη έξω από το σινεμά, ενώ η άλλη περνούσε καλά. Αμέσως, άρχισα να μαλώνω με την άλλη κοπέλα και να της λέω ότι αυτό που έκανε ήτανε λάθος, αφού υποτίθεται πως ήταν φίλες. Εκείνη προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό της λέγοντας πως, επειδή είχαν καλέσει μόνο εκείνη στο πάρτι, δεν ήθελε να της το πει, για να μη στεναχωρηθεί. Εγώ τότε θύμωσα τόσο πολύ, που άρχισα να τη βρίζω. Αυτή άρχισε να τσιρίζει και αυτό συνεχίστηκε για περίπου 10 λεπτά, μέχρι που ήρθανε δύο καθηγητές και μας χώρισαν. 

Μόλις γύρισα σπίτι όμως, είχα τύψεις για το πώς της φέρθηκα και την πήρα τηλέφωνο, για να απολογηθώ. Εκείνη μου ζήτησε, επίσης, συγνώμη και ξαναγίναμε φίλες. Ελπίζω να μη μαλώσουμε έτσι ξανά. 

Αυτή ήταν η ιστορία. Να περιμένεις τα αυριανά νέα. Σίγουρα θα γίνει κάτι!

Σ. Σ. 




Συνεχίζοντας τον περίπατο του Πέτρου στην κατεχόμενη πολιτεία.

... Προχωρώντας συνάντησα στον δρόμο μου την αλάνα, όπου έπαιζα με τα παιδιά της γειτονιάς, όταν με πήγαινε ο πατέρας μου στο ζαχαροπλαστείο. Πλέον, η αλάνα αυτή ήταν ένα χορταριασμένο τοπίο που δεν θύμιζε σε τίποτα τις ευχάριστες και αστείες στιγμές που είχα περάσει εκεί. 

Η κατάρα του πολέμου δεν έχει επηρεάσει μόνο τα άψυχα, αλλά και τα έμψυχα όντα τις πόλης μου. Αυτό το λέω, γιατί όταν έφτασα τελικά στην γειτονία μου, χαιρέτησα τον Δημητράκη, ο οποίος με κοίταξε αδιάφορα. Καθώς τον πλησίαζα, η γιαγιά του με φώναξε και μου είπε πως ο εγγονός της ήταν πλέον κουφός εξαιτίας μιας βόμβας που είχε πέσει εκεί κοντά. Θέλω επιτέλους να τελειώσει όλο αυτό το μαρτύριο και να ζήσουμε ξανά σε μια ειρηνική πόλη.

Π. Κ. 


…… Συνέχισα να περπατάω, με σκοπό να βρω ένα μέρος, για να ξεκουραστώ αλλά τίποτα. Μόνο συντρίμμια παντού. Προσπαθούσα να σκεφτώ κάτι θετικό, για να αλλάξω τη διάθεσή μου, αλλά αυτά που έβλεπα με είχα συγκλονιστεί τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Αυτό που μου έμεινε στο μυαλό περισσότερο ήταν το ζαχαροπλαστείο και το πόσο είχε αλλάξει. Έκανε τις αναμνήσεις μου να φαίνονται ψεύτικες.

     «Πώς μπορεί τα πράγματα να αλλάζουν τόσο απότομα;» σκεφτόμουν… Είχα πάθει κατάθλιψη. Σταμάτησα να προσποιούμαι ότι δε φοβάμαι. Ήλπιζα πως ονειρευόμουν, αλλά δεν ξυπνούσα με τίποτα. Αυτό σήμαινε μόνο ένα πράγμα. Κουράγιο…

Α. Μ. 



Υπερρεαλιστικό παραμύθι

Μια φορά και έναν καιρό, σε έναν τόπο μακρινό, υπήρχε ένα πελώριο κάστρο. Ήταν τεράστιο και πανέμορφο. Είχε τρεις ορόφους και έναν τεράστιο καταπράσινο κήπο με μια μεγάλη πισίνα. Μέσα στο κάστρο κατοικούσε ένας νεαρος βασιλιάς, που όλος ο λαός λάτρευε, και το όνομά του ήταν Κατσαβίδης. 


Ο βασιλιάς Κατσαβίδης είχε πολλά κατοικίδια, όμως από τότε που ήταν μικρός ξεχώριζε δύο από αυτά: ένα ψάρι και ένα πουλί. Το όνομα του ψαριού ήταν Κωστάκης και ήταν τσιπούρα, ενώ το όνομα του πουλιού ήταν Γιωργάκης και ήταν καναρίνι. Κάθε μέρα, λοιπόν, ο βασιλιάς Κατσαβίδης πήγαινε στην αίθουσα του θρόνου του, όπου εκεί βρίσκονταν και όλα του τα κατοικίδια, έπαιρνε κοντά στο θρόνο του τον Γιωργάκη και τον Κωστάκη και, ενώ θαύμαζε τον Κωστάκη που έκανε γυμναστικές επιδείξεις στην κολύμβηση, ακούγε παράλληλα τις τρυφερες μελωδίες του Γιωργάκη. 

Ο Κατσαβίδης λάτρευε τον Κωστάκη και τον Γιωργάκη και εκείνοι αγαπούσαν πολύ τον νεαρό βασιλιά και τους άρεσε πολύ να τον ψυχαγωγούν. Μια μέρα ο Κατσαβίδης πήγε στην αίθουσα του θρόνου του, όπως κάθε μέρα, όμως το κλουβί του Γιωργάκη και το ενυδρείο του Κωστάκη ήταν άδειο. Ο βασιλιάς αμέσως ταράχτηκε και έβαλε και τους 800 υπηρέτες του να τον βοηθήσουν στο ψάξιμο. Μετά από μερικές ώρες, ο Γιωργάκης και ο Κωστάκης ήταν ακόμα άφαντοι και ο βασιλιάς πολύ στεναχωρημένος. Την επόμενη μέρα ο βασιλιάς, για να νιώσει λίγο καλύτερα, έβαλε το καλύτερο του μαγιό και αποφάσισε να περάσει την ημέρα του στην πισίνα, που βρίσκονταν στην πίσω αυλή. Εκεί δεν πήγαινε σχεδόν ποτέ. 

Μόλις πήγε και βούτηξε μέσα στην πισίνα, τι να δει! Ο Γιωργάκης και ο Κωστάκης ήταν εκεί και έπαιζαν μαζί με μια φουσκωτή μπάλα beachvolley. Ο βασιλιάς ενθουσιάστηκε και κολύμπησε κατευθείαν προς το μέρος τους. Τα μικρά ζωάκια, μόλις τον είδαν, χάρηκαν και τον ρώτησαν αν θα ήθελε να παίξει κι αυτός μαζί τους. Ο Κατσαβίδης είπε "ναι" και ξεκίνησαν να παίζουν, διασκεδάζοντας μέχρι το βράδυ. Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. 

Σ. Σ. 


    Μια φορά και έναν καιρό ήταν ο βασιλιάς Ψάρης Σουπιάς. Ζούσε σε ένα πελώριο κάστρο δίπλα στο διάσημο δάσος των εξωτικών πουλιών. Το κάστρο ήταν γκρι με έντονα ερυθρά κεραμίδια. Δίπλα στο κάστρο υπήρχε μια μεγάλη πισίνα με γαλάζια πλακάκια. Η πισίνα αυτή ανήκε στην βασιλική οικογένεια και γι' αυτόν τον λόγο πολλές φορές, συνήθως τα καλοκαίρια, πήγαιναν να κάνουν ηλιοθεραπεία.   
    Η κόρη του βασιλιά, η Μαρία Σουπιά, θα παντρευόταν, εκείνες τις μέρες, με τον αρχηγό των εξωτικών πουλιών, τον Περιστερά Γαλάζιο. Υπήρχε όμως ένα μεγάλο πρόβλημα. Ο γιος του βασιλιά ο Μαθήσιος Σουπιάς ασχολιόταν με τον τζόγο για πολλά χρόνια, κάτι το οποίο προκάλεσε οικονομικά προβλήματα στο παλάτι και τους προκάλεσε κακή φήμη. Ο Μαθήσιος όμως δε σταμάτησε να παίζει. Λόγο των χαρτοπαικτικών του επιδόσεων, το παλάτι άρχισε να παρακμάζει οικονομικά, με αποτέλεσμα να μην έχουν τα απαραίτητα για την διοργάνωση ενός εξεζητημένου γάμου αντάξιου της βασιλικής οικογένειας.
     Η οικογένεια είχε προβληματιστεί, γι' αυτό μαζεύτηκαν όλοι ένα βράδυ και άρχισαν να κατεβάζουν ιδέες. Ακούστηκαν πολλές και διάφορες, αλλά επικράτησε τελικά μία ιδέα. Όλη η οικογένεια αποφάσισε ότι πιο δίκαιο και σωστό θα ήταν ο μικρός γιος να πληρώσει για τον γάμο, ως τιμωρία.
     Έτσι, την επόμενη μέρα το πρωί ο Μαθήσιος διοργάνωσε ένα σχέδιο. Πρώτα, θα έπαιρνε τα χρήματα που χρειάζεται από κάποιους μαφιόζους και, όταν θα τελείωνε ο γάμος, θα τα επέστρεφε. Αυτό και έγινε! Ο γάμος έγινε σε ένα παραθαλάσσιο εκκλησάκι στο πιο κοντινό χωριό. Η νύφη φορούσε ένα μακρύ κάτασπρο νυφικό. Ο γάμος ήταν πολύ ξεχωριστός, γιατί μετά από πολλούς αιώνες έγινε η ένωση μεταξύ διαφορετικών ζώων σε αυτό το βασίλειο.  Γι' αυτό και το νυφικό φόρεμα είχε πάνω του κάποιες χρωματιστές λεπτομέρειες. 
     Χάρη στα χρήματα που έδωσε ο Μαθήσιος, όλα πήγαν πολύ καλά. Οι μέρες περνούσαν όμως και ο Μαθήσιος δεν είχε συγκεντρώσει το κατάλληλο χρηματικό ποσό. Έτσι, δέχτηκε ένα απειλητικό τηλεφώνημα από τον αρχηγό των μαφιόζων. Τον απειλούσαν πως θα χάσει τη ζωή του, αν δεν παραδώσει τα χρήματα μέσα σε μια εβδομάδα. 
    Ο Μαθήσιος τρομοκρατήθηκε, οπότε πήγε και μίλησε στην αδερφή του για ό,τι έχει γίνει. Εκείνη τον συμβούλεψε να πάει στο διπλανό χωριό να ψάξει για δουλειά, ώστε να προλάβει να ξεχρεώσει το χρέος του. Χρίς να χάσει χρόνο, ο Μαθήσιοςκάλεσε την άμαξά του και άρχισε να κατευθύνεται προς το κοντινότερο χωριό. Εκεί βρήκε γρήγορα δουλειά, γι' αυτό και περνούσε όλη τη μέρα του εκεί. Τελικά, κατάφερε να μαζέψει τα χρήματα και τα έδωσε εγκαίρως στους μαφιόζους. 
    Από τότε κατάλαβε πόσο πιο ωραίο είναι να δουλεύει κανείς και να έχει στα χέρια του τα λεφτά που ύστερα από κόπο κέρδισε! Η ζωή του άλλαξε ολοκληρωτικά. Δε σταμάτησε να δουλεύει και να βοηθά τον συνάνθρωπο. Έτσι, ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Ε. - Θ. Χ.





Ο ψαράς και ο επιχειρηματίας του Paulo Coelho


Αν στη διδακτική ιστορία εμφανιζόταν ένας σοφός γέροντας;

ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ: Δεν ξέρω για εσάς, αλλά η δουλειά μου είναι η ζωή μου. Αυτή με κάνει ευτυχισμένο. Επιπλέον, θεωρώ ότι η ξεκούραση είναι χάσιμο χρόνου. Αντί να ξεκουράζομαι, αυτήν την στιγμή θα μπορούσα να βγάζω εκατομμύρια! Εξάλλου, το να έχει κάποιος περισσότερα χρήματα δεν είναι και τόσο κακό, ξέρετε. Ποιος δεν θα ήθελε παραπάνω χρήματα! Σε αντίθεση με εσάς, πιστεύω ότι η επιτυχία είναι ευτυχία, καθώς το να πετυχαίνεις το όνειρό σου δεν είναι κακό.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Αμερικάνε μου, όλα αυτά που λες δε βγάζουν και πολύ νόημα. Ένας Μεξικάνος δεν έχει ανάγκη τα πλούτη, για να ζήσει όμορφα. Δε χρειάζεται να χαραμίσει 25 χρόνια της ζωής του, για να βγάλει λεφτά και στη συνέχεια να κάνει ό,τι κάνει και τώρα, με μόνη τη διαφορά πως θα έχει γεμάτη την τσέπη του. Η επιτυχία δεν είναι πάντα ευτυχία. Μπορεί να πετύχει στη δουλειά του, χωρίς αυτό να τον κάνει ευτυχισμένο. 

Φίλε μου Αμερικάνε, δε θα ήθελα να σε πληγώσω, αλλά έχεις κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να δουλεύεις; Έχεις δει πόσο όμορφη είναι η ζωή; Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι πλούσιος, για να είναι ευτυχισμένος. Ήρθες εδώ, για να ξεκουραστείς, να ξεχάσεις την δουλειά σου, γιατί μιλάς πάλι για αυτήν; Ξέρεις, η εργασία δεν είναι το παν! Προσωπικά, πιστεύω πως σου χρειάζεται ψυχική ξεκούραση, μακριά από τη δουλειά και την πίεση. 



Άκου κι ένα τραγούδι, που μπορεί να σε βοηθήσει: "Don't worry, be happy" του Bobby McFerrin 

https://youtu.be/L3HQMbQAWRc?si=VB5gRIk926fg7g7e



Ε. - Θ. Χ. 


ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Για να είσαι ευτυχισμένος δεν χρειάζεσαι πλούτη. Με λίγα λόγια, από τη στιγμή που ήδη έχεις όλα όσα χρειάζεσαι, δεν υπάρχει λόγος να κουραστείς, για να κάνεις στο τέλος ό,τι κάνεις τώρα. Η επιτυχία είναι ένα τίποτα, άμα δεν έχεις ευτυχία. Αντί να ξοδέψεις όλη σου τη ζωή προσπαθώντας να πλουτίσεις, προσπάθησε να την αφιερώσεις σε πράγματα που σε κάνουν πραγματικά ευτυχισμένο, όπως το να είσαι υγιής, να έχεις μία οικογένεια και φίλους οι οποίοι σε αγαπάνε.

Εγώ προσωπικά δε θα ήθελα να βρεθώ στη θέση σου, επειδή από ό,τι φαίνεται δεν έχεις καταλάβει το νόημα της ζωής και ίσως ποτέ δε θα το καταλάβεις. Από ό,τι έχω καταλάβει, είσαι πολύ απορροφημένος στη δουλειά σου. Από την μία πλευρά, αυτό είναι καλό, επειδή κυνηγάς το όνειρό σου και ανεβαίνεις ψηλά. Από την άλλη όμως, μη φτάσεις σε σημείο να βάλεις σε κίνδυνο την υγεία σου. Πιστεύω ότι έχεις κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα, το οποίο πρέπει να λύσεις γρήγορα, πριν χάσεις όλα όσα έχουν σημασία στ' αλήθεια.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ: Δε μου άρεσαν καθόλου τα λόγια που μου είπες, αλλά σε καταλαβαίνω. Η αλήθεια είναι ότι ήμουν τόσο απορροφημένος στη δουλειά μου, που δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο. Τα λόγια του ψαρά και τα δικά σου με έκαναν να καταλάβω ότι τα πλούτη δεν είναι το παν, αλλά η ευτυχία... Επίσης, άρχισα να νιώθω κάποια ζήλεια για τη ζωή του ψαρά, επειδή έχει καταλάβει το νόημά της. Ύστερα από όλα όσα άκουσα, αποφάσισα να προσπαθήσω να αλλάξω τον τρόπο ζωής μου, για να δω πώς θα νιώσω.



Το τραγούδι που ταιριάζει στην περίπτωσή μου είναι το "Μoney money money" των ABBA.

https://www.youtube.com/watch?v=ETxmCCsMoD0




Ε. Β. 





Φανταστικό πικ-νικ

Ήταν Σάββατο πρωί, όταν με κάποιους φίλους αποφασίσαμε να πάμε βόλτα στο δάσος και να κάνουμε πικ νικ. Είπαμε να κάτσουμε σε ενα λιβάδι γεμάτο μαργαρίτες και ιβίσκους.  Χρώματα, καθαρός αέρας, πεταλούδες, όλα μαζί δημιουργούσαν ένα τοπίο, λες και το είχαν βγάλει από παραμύθι. 

Ήταν πανέμορφα! Μια φίλη μου είχε φέρει μαζί της μια πολύχρωμη κιθάρα και άρχισε να παίζει. Οι νότες άρχισαν να ζωντανεύουν και να τριγυρίζουν γύρω μας. Ταυτόχρονα άρχισαν να έρχονται κατά πάνω μας ένα τσούρμο πεταλούδες και να κάθονται στα μαλλιά μας. Ήταν τόσο όμορφες, που δεν μπορούσαμε να τις φοβηθούμε! Το χρώμα των φτερών τους ήταν γαλανό σαν το χρώμα του ουρανού και κίτρινο σαν το χρώμα του ήλιου. 

Καθώς ο ήχος της μουσικής χάνοταν, οι νότες και οι πεταλούδες άρχισαν να απομακρύνοται από εμάς και να πετάνε μακριά μαζί με τα πουλιά. Όλα ήταν γαλήνια και ήσυχα. Τότε όμως έπεσε από τον ουρανό ένα πιάνο με έναν κλόουν πάνω του, που μας κοιτούσε με ενα μεγάλο πλατύ χαμόγελο. Στην αρχή τρομάξαμε, αλλά μετα καταλάβαμε πόσο φιλικός ήταν. Άρχισε να μας λέει για την δουλειά του, ότι από μικρό παιδί ήθελε να κάνει αυτό το επάγγελμα, διότι χαιρόταν να βλέπει ανθρώπους να χαμογελάνε. Έτσι, αρχίσαμε να  μιλάμε και να λέμε αστεία μεταξύ μας. 

Οι ώρες πέρασαν τόσο γρήγορα και ευχάριστα, που ξεχάσαμε πως έπρεπε να φύγουμε, γιατί μας περίμεναν οι γονείς μας. Αφού είδαμε την ώρα, καταλάβαμε πως είχαμε αργήσει και έπρεπε να φύγουμε άμεσα. Έτσι, χαιρετήσαμε τον κλόουν και αρχίσαμε να τρέχουμε στην κοντινότερη στάση λεωφορείου. Από εκεί πήραμε το λεωφορείο για Αθήνα. 

Οι γονείς μάς περίμεναν, για να πάμε σε μία από τις μεγαλύτερες συναυλιές των εποχών! Αφού φτάσαμε και τους συναντήσαμε, αντικρίσαμε πάρα πολλές μπάντες που αντιπροσώπευαν χώρες από όλον τον κόσμο. Η μουσική ήταν καταπληκτική! Αυτή η μέρα θα μου μείνει αξέχαστη. 

Ε. - Θ. Χ.


Το ξεχωριστό δάσος

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα δάσος μαγικό, με πολλά όμορφα δέντρα ζούσε ένας δύσκολος κτηνοτρόφος, ο οποίος είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, και ήταν πολύ απότομος, αυστηρός και επιθετικός στα ζώα και στους ανθρώπους και τέλος για κάποιο λόγο δεν ήταν καθόλου υπομονετικός, σε τίποτα.

Σε εκείνο το δάσος, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ζούσε ένας ασυνήθιστος  μάγειρας μαζί με τον κακό δάσκαλο οι οποίο ήταν αδέλφια. Ο ασυνήθιστος μάγειρας  είχε ένα εστιατόριο το οποίο είχε σχήμα μανιταριού και ήταν σχεδιασμένο από έναν πολύ διάσημο Αμερικανό αρχιτέκτονα, ο οποίος είχε χαθεί στο δάσος όπου είχε πάει για και δουλειά. Ο ασυνήθιστος μάγειρας κάθε φορά που μαγείρευε ήταν θυμωμένος και ανυπόμονος για την ώρα που θα πήγαινε σπίτι. Κάθε πελάτης που έτρωγε από εκείνο το εστιατόριο αρρώσταινε πολύ βαριά.

Ακόμα πιο μακριά, ζούσε  ένα ζαχαροπλάστης σε ένα  δενδρόσπιτο και κάθε φορά που έμπαινες μέσα εκεί έβλεπες έναν πολύ ευγενικό ζαχαροπλάστη να μαγειρεύει πολλά και νόστιμα γλυκά. 

Ε. Κ. 

 

Το Μουσικό Κουτί των Αναμνήσεων

       Το 1931 ένα φτωχό ζευγάρι περιπλανιόταν στους δρόμους, ψάχνοντας για το καινούργιο του σπίτι. Περπατούσαν για πολλές ώρες, ώσπου αποφάσισαν να ρωτήσουν σε ένα μαγαζί.

    Μπήκαν μέσα και έψαξαν για κάποιον υπάλληλο που θα μπορούσε να τους βοηθήσει. Ο Γιόσεφ όμως ξεχάστηκε κοιτάζοντας ένα ξύλινο μουσικό κουτί. Του φαινόταν πανέμορφο και ο ήχος του ήταν γλυκός. Αποφάσισε να το αγοράσει, για να το χαρίσει στη Ρεβέκκα για τα γενέθλιά της.

    Λίγα λεπτά αργότερα, η γυναίκα γύρισε μαζί με έναν υπάλληλο. Εκείνος τους εξήγησε πού βρισκόταν το νέο τους σπίτι και έτσι το ζευγάρι κατευθύνθηκε εκεί.

   Το βράδυ ο Γιόσεφ έδωσε το μουσικό κουτί στη Ρεβέκκα. Εκείνη χάρηκε πολύ και έκρυψε μέσα του μια φωτογραφία τους. Πριν πάνε για ύπνο, αποφάσισαν να ακούσουν ξανά τη μελωδία.

    Ο ήχος τούς θύμισε τον πόλεμο στη χώρα τους: τα κανόνια, τη φασαρία, τον κόσμο που βιαζόταν να ανέβει σε καράβια και αεροπλάνα, για να φύγει, τους ανθρώπους που χάθηκαν. Θυμήθηκαν όσους άφησαν σπίτια, χωράφια και ζώα, για να σωθούν.

    Η μελωδία ήταν το ίδιο νανούρισμα που τους τραγουδούσε η γιαγιά του Γιόσεφ, η οποία δεν κατάφερε να ξεφύγει από τον πόλεμο. Η σκέψη αυτή τον στενοχωρούσε βαθιά.

    Ξημέρωσε. Το ζευγάρι σηκώθηκε νωρίς, για να πάει στο εργοστάσιο, όπου δούλευε. Εκεί γνώρισαν καινούργιους φίλους, επίσης μετανάστες. Δούλευαν μέχρι αργά το βράδυ. Αυτή ήταν πια η καθημερινή τους ρουτίνα: πρωινή δουλειά, επιστροφή το βράδυ και, πριν κοιμηθούν, η γλυκιά μελωδία του μουσικού κουτιού.

Χ. Μ.


Η Μελωδία των Γενεών: Το Ταξίδι ενός Μουσικού Κουτιού

(1930)
Το κουτί έπαιζε μια ιδιαίτερη μουσική και, όταν την άκουγε το ζευγάρι, θυμόταν το παρελθόν. Αυτό ήταν θετικό για εκείνους, καθώς έπαιρναν δύναμη και έκαναν υπομονή. Η μελωδία ήταν ήρεμη, αν και σε κάποια σημεία γινόταν λίγο πιο έντονη. Όταν έφτανε εκείνη η στιγμή, το ζευγάρι την ξεπερνούσε, παρόλο που του θύμιζε την καταπίεση που βίωνε. Από την άλλη, όμως, τους θύμιζε και τις στιγμές που περνούσαν με τους φίλους τους και το γεγονός ότι τώρα έπρεπε να γνωρίσουν άλλους.
(1960)
Ο Μάικλ είχε πλέον στα χέρια του το μουσικό κουτί. Ανυπόμονος το άνοιξε για να ακούσει τη μουσική. Η έντονη μελωδία τον παρακινούσε να κάνει φίλους, να μην είναι μόνος του. Αντιθέτως, η ήρεμη μελωδία τού θύμιζε τις στιγμές που περνούσε με τη γυναίκα του πριν από τον θάνατό της. Τελικά, το κουτί τον βοήθησε να μπει στη διαδικασία να γνωρίσει νέα άτομα. Τώρα πλέον έχει ανθρώπους κοντά του, ώστε να μπορεί να μοιραστεί τα προβλήματά του.

(Σήμερα)
Η Κάτη δεν είχε ιδέα για το πώς λειτουργεί ένα μουσικό κουτί. Είδε έναν μοχλό και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν να τον τραβήξει. Ξαφνικά ακούστηκε μια μουσική, ήρεμη, χωρίς καμία απολύτως ένταση. Η Κάτη ερωτεύτηκε τη μουσική αυτή. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε τα προβλήματα που της δημιουργούσε το σχολείο. Σιγά-σιγά η μουσική άρχισε να δυναμώνει. Εκτός από το σχολείο, ήρθαν στον νου της στιγμές που περνούσε με τον παππού της: τα παιχνίδια, οι αγκαλιές, τα γέλια και οι χοροί. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Η μουσική, όμως, την έκανε να καταλάβει πως δεν χρειάζεται να στεναχωριέται.
E. B.

Μια Καλοπροαίρετη Επίσκεψη
Ήταν κάποτε μια κοπέλα η οποία ζούσε σε μια μικρή πόλη. Ήθελε να πάει ένα ταξίδι μια μέρα, οπότε έκλεισε εισιτήρια. Ήταν καλότυχη, καθώς τη μέρα που θα ταξίδευε ο ήλιος έλαμπε και γενικώς υπήρχε καλοκαιρία. Πήγε, λοιπόν, και αφού χαιρέτησε γνωστούς και φίλους, οι οποίοι της ευχήθηκαν να είναι καλοτάξιδη, άρχισε το ταξίδι.
Ο προορισμός στον οποίο έφτασε ήταν ένα φανταστικό μέρος, το οποίο δεν κατοικούνταν από ανθρώπους αλλά από κάποια περίεργα πλάσματα. Επιπλέον, είχε κάποια χαρακτηριστικά που διέφεραν πολύ από αυτά μιας κανονικής πόλης. Όταν πήγε εκεί, οι κάτοικοι του τόπου κατάλαβαν πως ήταν καλοπροαίρετη, οπότε την καλοδέχτηκαν και της συμπεριφέρθηκαν με καλοσύνη.
Ένα χαρακτηριστικό που είχαν οι κάτοικοι του τόπου, πέρα από το γεγονός πως ήταν καλοσυνάτοι, ήταν πως λάτρευαν την καλλιτεχνία. Όλοι εκεί ήξεραν να ζωγραφίζουν, να φτιάχνουν εντυπωσιακές κατασκευές από απλά υλικά και να καλλιγραφούν. Σε αυτόν τον μαγικό τόπο η κοπέλα έμαθε πολλά πράγματα, αλλά μετά από κάποιες μέρες καλοπέρασης, είχε δυστυχώς έρθει η ώρα να φύγει. Έτσι έγινε λοιπόν· μετά από λίγο καιρό έφυγε και επέστρεψε στον τόπο κατοικίας της, όπου διηγήθηκε στους γνωστούς της όλα όσα έζησε.
Ν. Ν. 

Ο Καλοκάγαθος Γέροντας
Κάποτε, ένας ηλικιωμένος άνδρας αποφάσισε να μετακομίσει σε ένα μικρό, μακρινό χωριό με λίγους κατοίκους, για να μπορέσει να ηρεμήσει. Ο άνδρας αυτός είχε πολύ καλή ψυχή και οι κάτοικοι του χωριού τον λάτρεψαν κατευθείαν, επειδή από την αρχή κατάλαβαν πως ήταν καλοπροαίρετος και καλοσυνάτος.
Καθώς, όταν πρωτοέφτασε στο χωριό, είχε καλοκαιρία, ξεκίνησε να καλλιεργεί τον κήπο του. Επιπλέον, του άρεσε να ζωγραφίζει και να καλλιτεχνεί· επίσης, στον ελεύθερό του χρόνο, έγραφε μόνος του διαφόρων ειδών βιβλία με καλλιγραφικά γράμματα, τα οποία διάβαζε αργότερα στα παιδιά του χωριού. Τα παιδιά λάτρευαν να τον ακούν, καθώς θεωρούσαν πως ήταν καλλίφωνος. Ο άνδρας αυτός ήταν καλόπιστος και οι κάτοικοι κατάλαβαν αμέσως την καλοκαγαθία του.
Σ. Σ. 

Κάτω από τον Ήλιο της Καλοσύνης
Σε ένα χωριό με παντοτινή καλοκαιρία, ζούσε μια κοπέλα γνωστή για την καλοσύνη και την καλοκαγαθία της. Ήταν καλλίφωνη και τραγουδούσε σε κάθε γιορτή, γεμίζοντας τους ανθρώπους με χαρά. Τα γράμματά της ήταν δείγμα άψογης καλλιγραφίας, ενώ τα έργα της φανέρωναν αληθινή καλλιτεχνία
Οι φίλοι της έλεγαν πως η κοπέλα ήταν καλοπροαίρετη και παντού καλοδεχούμενη, αλλά καλότυχος ήταν και όποιος τη γνώριζε. Έτσι, η ζωή της ήταν καλοτάξιδη και ήρεμη.
Μ. Μ. 

Ο Καλλισθένης και ο Καλλιεπής Νεαρός
Κάποτε σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ένας καλλίκομος βασιλιάς, ο Καλλισθένης. Ο Καλλισθένης ήταν όλη μέρα στο παλάτι και έπληττε από τη βαρεμάρα. Έτσι, μια μέρα διέταξε τους στρατιώτες του να πάνε να του βρουν τον καλύτερο διασκεδαστή του κόσμου. «Δεν με νοιάζει αν τραγουδάει, αν λέει ανέκδοτα ή αν κάνει ζογκλερικά· θέλω να είναι καλοήθης και καλοσυνάτος», τους είπε πριν φύγουν.
Οι στρατιώτες έψαξαν σε όλο το βασίλειο, αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν τον καλύτερο διασκεδαστή. Έτσι, αποφάσισαν να ψάξουν και έξω από το βασίλειο. Έπειτα από λίγες μέρες αναζήτησης, επιτέλους βρήκαν τον καλύτερο διασκεδαστή του κόσμου! Ήταν ένας εξαιρετικά καλλίφωνος και καλλιεπής νεαρός.
Όταν τον είδε ο βασιλιάς, χάρηκε πολύ, τον καλωσόρισε στο παλάτι και τον ρώτησε πού εργαζόταν. Ο νεαρός του απάντησε ότι, όταν έχει καλοκαιρία, καλλιεργεί τα χωράφια. Ο βασιλιάς του είπε ότι πλέον θα δουλεύει γι' αυτόν ως διασκεδαστής. Ο νεαρός χάρηκε πολύ και από τότε εργαζόταν στο παλάτι, προσφέροντας χαρά στον βασιλιά.
Τ. Π.

Ο Καλλιτέχνης της Γης

Σε ένα χωριό γεμάτο καλοκαιρία, ζούσε ένας καλλιεργητής που αγαπούσε την καλλιτεχνία.
Με καλοσύνη και καλοπροαίρετος, όπως ήταν, καλλιεργούσε τη γη του και ταυτόχρονα καλλώπιζε τον κήπο του.
Τα βράδια, με τη χαρακτηριστική του καλλιφωνία, τραγουδούσε ιστορίες για την καλοκαγαθία και πίστευε πως έτσι θα κερδίσει την καλοπέραση.

Μ. Χ. 


Η Συναυλία της Καλλιρρόης
Η Καλλιρρόη σήμερα έχει τη συναυλία της στη ΔΕΘ. Το δελτίο καιρού έδειξε καλοκαιρία. Ξεκίνησε από νωρίς το πρωί τον καλλωπισμό της. Αφού καλλωπίστηκε, έκανε την τελευταία της πρόβα. Ξέρει ότι είναι καλλίφωνη, όμως είναι λίγο αγχωμένη.
«Οι συναυλίες είναι για καλοπέραση», της είπε καλοπροαίρετα η μαμά της.
Την ώρα που ξεκινούσε η συναυλία, είδε τα ξαδέρφια της, που τόσο αγαπάει, στην πρώτη σειρά: τον Καλλίνικο, τον Καλλισθένη και τον Καλλιστέφανο. Τότε το άγχος εξαφανίστηκε και η συναυλία ξεκίνησε.
Δ. Χ. 


Τσάι στο φεγγάρι με μια αγελάδα

Πριν 10 δευτερόλεπτα έπεσε η πολυκατοικία και εγώ τώρα είμαι κάτω από τα συντρίμμια. Δίπλα μου είναι μια αγελάδα 🐄 που την λένε «Καμηλοπάρδαλη». Η ζωή κάτω από μια πεσμένη πολυκατοικία ήταν τέλεια! Ο φίλος μου στον πρώτο όροφο ευτυχώς ήταν μέσα στο σπίτι του και με ρώτησε αν θέλω να πάω πάνω για ένα τσάι αφού γκρεμίστηκε· εγώ φυσικά του είπα ναι και πήγα. Τότε μου είπε ότι θα πάει να φτιάξει τσάι και να περιμένω στο σαλόνι. Εκεί καθόμουν και σκεφτόμουν τι να κάνω: να βάλω φωτιά στο σπίτι ή να φύγω; Για να καεί κι εκείνο που περίσσευε, απλά έβαλα φωτιά και δεν κάηκε κανείς —ακόμα και η αγελάδα από κάτω. Αντίθετα, τους άρεσε γιατί έχει -50 βαθμούς (ξέχασα να πω ότι ήμουν Ρωσία). Μετά τους έβαλα όλους σε ένα βανάκι, αλλά όχι την αγελάδα γιατί δεν χωρούσε, και τους πήγα στο φεγγάρι 🌒 για τσάι. Βέβαια εγώ δεν ήπια, γιατί είχα πιει ήδη με τον φίλο μου.

Ε. Π. 


Χριστούγεννα με... Αναπάντεχες Φλόγες
Κάποτε, καθώς είχαν φτάσει τα Χριστούγεννα, η οικογένειά μου κι εγώ δεν είχαμε αποφασίσει πού θα πάμε για να γιορτάσουμε. Τελικά, αποφασίσαμε να μείνουμε σπίτι μας, αφού δεν είχαμε άλλη επιλογή. Τα μεσάνυχτα της παραμονής, ενώ κοιμόμουν, άκουσα έναν θόρυβο από την κουζίνα. Πήγα να δω τι συμβαίνει και αντίκρισα την κουζίνα να έχει πάρει φωτιά, γιατί είχαμε ξεχάσει το μάτι ανοιχτό! Σε συνεργασία με τον γείτονά μου, πήραμε πυροσβεστήρες και καταφέραμε να σβήσουμε τη φωτιά 🔥. Τον ευχαριστήσαμε θερμά και, αφού του δώσαμε 100€ (για τη βοήθεια και τις ζημιές), τον καλέσαμε στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι της επόμενης μέρας. Ήρθε, φάγαμε όλοι μαζί και περάσαμε πολύ καλά!
Α. Π. 

Η Διδασκαλία του Μέλλοντος
Ό,τι πιο αστείο μπορώ να φανταστώ είναι η μελλοντική διδασκαλία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Φαντάζομαι τα παιδιά να έχουν για καθηγητές ρομπότ. Όλοι γνωρίζουμε πλέον πως το μέλλον θα είναι πιο εξελιγμένο από κάθε προηγούμενη εποχή. Μπαίνοντας λοιπόν στο μυαλό ενός μαθητή του μέλλοντος, φαντάζομαι πόση πλάκα θα είχε αν το λογισμικό του ρομπότ-καθηγητή μου «κολλούσε» ξαφνικά.
Συζητώντας με τις φίλες μου, πιστεύω πως ένας τέτοιος καθηγητής θα έκανε το μάθημα διασκεδαστικό. Στις μέρες μας, ένα μεγάλο μέρος των παιδιών δυσκολεύεται να αγαπήσει το σχολείο· ίσως με έναν καθηγητή-ρομπότ να μη βαριούνταν τόσο.
Βέβαια, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Κάτι που θα φαινόταν αστείο σε έναν έφηβο, αλλά θα ήταν ταυτόχρονα και αρνητικό, είναι η πιθανότητα να τελειώνει η μπαταρία του ρομπότ την ώρα που οι μαθητές παρουσιάζουν την εργασία τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, το ρομπότ ίσως να μην άκουγε ποτέ την προσπάθεια κάθε παιδιού.
Συμπερασματικά, η ιδέα ενός ρομπότ-καθηγητή είναι αστεία αλλά και ενδιαφέρουσα. Ίσως η τεχνολογία να αλλάξει ριζικά τον τρόπο που μαθαίνουμε. Παρ’ όλα αυτά, όσο κι αν εξελιχθεί η τεχνολογία, ο ανθρώπινος παράγοντας στη διδασκαλία θα παραμένει πάντα αναντικατάστατος.
Ε. Β. 


Σχολική Κατασκοπεία: Φάκελος «Παγκάκι»

Γεια σας είμαι ο Γ. Σ. και τον τελευταίο μήνα προσπαθώ να εξιχνιάσω την υπόθεση του σπασμένου ξύλινου παγκακίου του 8ου Γυμνασίου Θεσσαλονίκης.

Εκείνη την ημέρα, απο τις πληροφορίες που μάζεψα, τελευταία φορά καθόταν στο παγκάκι ο Κώστας και δίπλα του ήταν ο Δημήτρης.

Ο Κώστας και ο Δημήτρης καθόντουσαν ήσυχα και μιλούσαν για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν το τελευταίο διάστημα, μέχρι που μία παρέα αγοριών επεσαν πάνω στο παγκάκι. Το παγκάκι, ύστερα απο το συμβάν, άρχισε να κουνιέται πέρα δώθε, μιας και δεν ήταν στεριωμένες καλα οι βίδες.

Τα στοιχεία που έπεσαν πάνω στον Κώστα και στον Δημήτρη ήταν τρία. Ο ένας καστανός, ο δεύτερος σκουρόχρωμος και ο τρίτος ήταν πολύ ψηλός.

Τετάρτη η ημερα και, αφού ρωτήσαμε αν τα αγόρια είχαν καμία σχεση με το χαλασμένο παγκακί, εκείνα μας είπαν: "Όχι, κατα λάθος έπεσαν πάνω τους οι υποψίες". Τότε εγώ ρώτησα όλους τους καθηγητές αν πρόσεξαν κάτι και ένας μου είπε οτι είδε ένα παιδί με γαλλικό κλειδί έξω στο παγκάκι που κάτι έκανε εκεί. 

Εγώ την Πέμπτη έτρεξα να δω τις κάμερες του σχολείου και είδα τον Δημήτρη να το ξεβιδώνει, τότε τον πήρα διακριτικά στην διευθύντρια. Εκεί το παραδέχτηκε, ζήτησε συγνώμη και είπε πως δεν θα το ξανακάνει. Και κάπου εδώ τελιώνει η πορεία μου και είμαι πολύ ευχαριστημένος που κατάφερα να διαλευκάνω την υπόθεση.


Γ. Σ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Να σου πω μια ιστορία;      Μια ηλιόλουστη μέρα, πήραμε την απόφαση να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας για τους Αγίους Σαράντα στην Αλβανία. Είχαμ...